Το υδροδοτικό σύστημα του Ισραήλ δοκιμάστηκε σκληρά το τελευταίο διάστημα, μετά από μια πρωτοφανή άνθηση μικροφυκών στη Μεσόγειο που έθεσε εκτός λειτουργίας πέντε από τις έξι μεγάλες μονάδες αφαλάτωσης της χώρας. Η εθνική εταιρεία ύδρευσης Mekorot επιβεβαίωσε ότι οι εγκαταστάσεις σταμάτησαν να δουλεύουν μέσα στο Σαββατοκύριακο, με κάποιες να επαναλειτουργούν σταδιακά αλλά με σημαντικά μειωμένη απόδοση. Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, μόνο το εργοστάσιο της Χαντέρα λειτουργούσε σε πλήρη ισχύ, ενώ οι μονάδες του Ασντόντ και του Ασκελόν παρέμεναν κλειστές.
Το φαινόμενο χτύπησε μια χώρα που εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 65% από το αφαλατωμένο θαλασσινό νερό για τις ανάγκες της σε πόσιμο νερό. Η αιτία ήταν μια τεράστια ζώνη θολότητας, μήκους περίπου 100 χιλιομέτρων και πλάτους 7, που δημιουργήθηκε από μικροφύκη τα οποία παρασύρθηκαν από το Δέλτα του Νείλου. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η μετακίνησή τους προς τα βόρεια ενισχύθηκε από μια θαλάσσια καταιγίδα και τις ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες, που ξεπέρασαν τους 30 βαθμούς Κελσίου.
Στις μονάδες αντίστροφης όσμωσης, το πρόβλημα είναι άμεσο: τα μικροφύκη φράζουν τα φίλτρα και τις μεμβράνες που συγκρατούν το αλάτι, με κίνδυνο να προκαλέσουν σοβαρές και δαπανηρές φθορές. Οι διαχειριστές προτίμησαν να διακόψουν τη λειτουργία παρά να ρισκάρουν τον εξοπλισμό, σύμφωνα με όσα μεταδίδουν ισραηλινά μέσα ενημέρωσης. Ο εκπρόσωπος της Mekorot περιέγραψε το περιστατικό ως ένα «εξαιρετικά σπάνιο γεγονός» που δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά της χώρας.
Για να καλυφθεί το κενό, η Mekorot αύξησε τετραπλάσια την άντληση από τη Θάλασσα της Γαλιλαίας, παρότι η στάθμη της βρίσκεται κάτω από την κόκκινη γραμμή, ενεργοποίησε περίπου 1.000 γεωτρήσεις και έκτακτες υδροληψίες και άδειασε μέρος των εθνικών αποθεμάτων. Με αυτά τα μέτρα, οι αρχές κατάφεραν να φτάσουν περίπου στο 90% της καλοκαιρινής δυνατότητας παροχής, χωρίς να σημειωθούν εκτεταμένες διακοπές στην υδροδότηση των νοικοκυριών. Οι περιορισμοί έπληξαν κυρίως τον αγροτικό τομέα και το πότισμα δημόσιων χώρων και κήπων, όπου επιβλήθηκαν απαγορεύσεις στη χρήση γλυκού νερού.
Ο υπουργός Ενέργειας και Υποδομών επέμεινε ότι το σύστημα παραμένει ανθεκτικό, αν και παραδέχθηκε ότι οι εκτιμήσεις για γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα ήταν πρόωρες. Το χρονοδιάγραμμα εξόδου από την κρίση παραμένει άγνωστο, καθώς εξαρτάται από ανεξέλεγκτους παράγοντες, όπως οι άνεμοι και τα θαλάσσια ρεύματα που θα παρασύρουν τη ζώνη των φυκών μακριά από τις ακτές. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν περιέγραψε το συμβάν ως μια σποραδική αλλά μαζική μόλυνση που ακολούθησε την κακοκαιρία.
Το περιστατικό ανέδειξε την ευπάθεια ενός συστήματος που στηρίζεται σε λίγες μεγάλες μονάδες, με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι η άνοδος της θερμοκρασίας των θαλασσών μπορεί να κάνει τέτοια φαινόμενα συχνότερα. Οι καταιγίδες που μεταφέρουν θρεπτικά συστατικά και λύματα στη θάλασσα δημιουργούν πρόσφορες συνθήκες για τον πολλαπλασιασμό των μικροοργανισμών, αυξάνοντας τον κίνδυνο για παρόμοια επεισόδια στο μέλλον.
