Οι ανταποδοτικοί δασμοί του Καναδά σε αμερικανικά προϊόντα τέθηκαν σε ισχύ λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, ανοίγοντας νέο κεφάλαιο στην εμπορική διαμάχη των δύο χωρών. Η Οτάβα επέβαλε συντελεστές από 15% έως 50% σε εισαγωγές συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, καλύπτοντας από χάλυβα και αλουμίνιο μέχρι γαλακτοκομικά, έπιπλα και ένδυση. Η απόφαση ελήφθη ως απάντηση στους δασμούς 50% που είχε επιβάλει η Ουάσινγκτον στα τέλη Αυγούστου σε καναδικά προϊόντα ίσης αξίας.

Για μεγάλο μέρος των αμερικανικών προϊόντων χάλυβα και αλουμινίου, ο συντελεστής ανεβαίνει από το προηγούμενο 25% στο 50%, ενώ στο ίδιο ποσοστό υπάγονται έπιπλα και ρούχα. Τα γαλακτοκομικά είδη και οι ηλεκτρικές συσκευές επιβαρύνονται με 25%, και χαμηλότεροι συντελεστές ισχύουν για άλλες κατηγορίες. Στο σύνολο, τα καναδικά αντίμετρα επηρεάζουν περίπου 700 προϊόντα που εισάγονται από τις ΗΠΑ, σε μια κίνηση που η κυβέρνηση Κάρνεϊ περιγράφει ως αντιμετώπιση «δολαρίου προς δολάριο» — δηλαδή ακριβώς ίσης αξίας με τα μέτρα της αμερικανικής πλευράς.

Η απόφαση δεν ήρθε χωρίς διορθώσεις. Από την αρχική λίστα αφαιρέθηκαν δεκάδες είδη θαλασσινών, μετά από πιέσεις της καναδικής αλιευτικής βιομηχανίας. Τα ψάρια και ο αστακός βρέθηκαν αρχικά στο στόχαστρο, αλλά η κυβέρνηση υποχώρησε για να αποφύγει πλήγμα στον δικό της κλάδο — ένδειξη της δύσκολης ισορροπίας που καλείται να κρατήσει όσο προχωρά σε αντίποινα. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι το τελικό κόστος θα περάσει και στους καταναλωτές, μέσω ανατιμήσεων σε καθημερινά προϊόντα όπως ρούχα, τρόφιμα και έπιπλα.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Οτάβα και Ουάσινγκτον παραμένουν παγωμένες από τις αρχές Αυγούστου, όταν κατέρρευσαν και δεν έχει προγραμματιστεί νέος γύρος συνομιλιών. Οι δύο πλευρές δηλώνουν διαθέσιμες για συμφωνία, όμως καμία δεν δείχνει διάθεση υποχώρησης. Η εξάρτηση του Καναδά από τον νότιο γείτονά του είναι μεγάλη: σχεδόν το 60% των καναδικών εισαγωγών προέρχεται από τις ΗΠΑ και περίπου το 70% των εξαγωγών κατευθύνεται στην αμερικανική αγορά.

Στο μεταξύ, η Οτάβα ανακοίνωσε πακέτο στήριξης ύψους 7,5 δισ. δολαρίων για επιχειρήσεις και εργαζόμενους που θα πληγούν από τη σύγκρουση, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις επιπτώσεις στην οικονομία. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχει τη στήριξη της κοινής γνώμης στην αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον, όμως ο εμπορικός πόλεμος δοκιμάζει τα όρια μιας σχέσης που παραμένει κρίσιμη και για τις δύο πλευρές. Η διαφαινόμενη στασιμότητα στις συνομιλίες αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης.