Στο στόχαστρο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος βρέθηκε ένα εξαιρετικά καλά οργανωμένο δίκτυο, το οποίο είχε μετατρέψει σε πηγή πλουτισμού τις κλοπές κρίσιμου τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού. Η εξάρθρωση της συγκεκριμένης εγκληματικής οργάνωσης έφερε στο φως μια δραστηριότητα που δεν προκαλούσε απλώς τεράστια οικονομική ζημιά, αλλά άγγιζε ευαίσθητες χορδές της δημόσιας ασφάλειας.
Τα μέλη της σπείρας αφαιρούσαν συστηματικά μπαταρίες λιθίου από σταθμούς βάσης κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες λειτουργούν ως εφεδρικό σύστημα ηλεκτροδότησης. Η απουσία αυτών των συστημάτων, σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, μπορούσε να νεκρώσει ολόκληρα δίκτυα επικοινωνίας. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο που ανέδειξαν οι αρχές είναι ότι μια τέτοια εξέλιξη έθετε σε άμεσο κίνδυνο ακόμα και τη λειτουργία της ευρωπαϊκής γραμμής έκτακτης ανάγκης «112», η οποία βασίζεται στην αδιάλειπτη λειτουργία των κεραιών.
Η ακτινογραφία της δράσης και οι ρόλοι των κατηγορουμένων
Η αστυνομική έρευνα, η οποία κορυφώθηκε με συντονισμένη επιχείρηση στις 23 Ιουνίου σε Αττική, Χαλκίδα, Βοιωτία και Θήβα, οδήγησε στη σύλληψη τεσσάρων μελών της οργάνωσης. Πρόκειται για τρεις Έλληνες ηλικίας 32, 32 και 39 ετών, καθώς και έναν 58χρονο Ρουμάνο υπήκοο. Ο τελευταίος, έχοντας την ιδιότητα του τεχνικού και διατηρώντας επιχείρηση που συνεργαζόταν με την κατασκευάστρια εταιρεία των μπαταριών, αποτελούσε τον «εγκέφαλο» των επιχειρήσεων. Εκμεταλλευόμενος τις τεχνικές του γνώσεις και την ελεύθερη πρόσβαση που είχε στους υποσταθμούς, γνώριζε πώς να παρακάμπτει τα συστήματα ασφαλείας χωρίς να κινεί υποψίες. Μάλιστα, ο ίδιος άνθρωπος είχε απασχολήσει τις αρχές και πριν από έξι χρόνια, όταν είχε συλληφθεί στην Τρίπολη να μεταφέρει 29 κλεμμένες μπαταρίες.
Η οργάνωση είχε αναπτύξει ένα απόλυτα δομημένο δίκτυο με διακριτούς ρόλους, το οποίο ξεκίνησε τη δράση του τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2023. Αφού εντόπιζαν τους υποσταθμούς-στόχους, προσέγγιζαν τα σημεία με «επιχειρησιακά» οχήματα, παραβίαζαν τις εγκαταστάσεις και αφαιρούσαν τις μπαταρίες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έκλεβαν μέχρι και τα καύσιμα από τις γεννήτριες. Για τις μεταξύ τους συνεννοήσεις χρησιμοποιούσαν τη συνθηματική λέξη «τζάμια» ή «τζαμάκια», διαχωρίζοντας τα κλοπιμαία σε «μικρά» (100 Ah) και «μεγάλα» (150 Ah).
Οι κλεπταποδόχοι και η διοχέτευση στην αγορά
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη δύο άτομα που είχαν αναλάβει τον ρόλο του κλεπταποδόχου. Ο ένας από αυτούς, Έλληνας με καταγωγή από το Καζακστάν, είχε στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση διάθεσης των κλοπιμαίων. Ανέβαζε διαδικτυακές αγγελίες σε γνωστές ιστοσελίδες, πουλώντας τις πανάκριβες μπαταρίες σε τιμές «ευκαιρίας». Οι βασικοί του πελάτες ήταν ανυποψίαστοι ή συνειδητοποιημένοι αγοραστές που αναζητούσαν φθηνό εξοπλισμό για φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις.
Συνολικά έχουν εξιχνιαστεί 105 περιπτώσεις κλοπών σε δέκα διαφορετικές περιοχές της χώρας. Η γεωγραφική κατανομή των χτυπημάτων δείχνει το μέγεθος της δραστηριότητάς τους:
Εύβοια: 48 κλοπές
Αττική: 24 κλοπές
Φθιώτιδα: 11 κλοπές
Λάρισα: 4 κλοπές
Μαγνησία (Βόλος): 4 κλοπές
Κορινθία: 4 κλοπές
Ηλεία: 1 κλοπή
Καθώς και επιπλέον χτυπήματα σε Βοιωτία και Φωκίδα.
Η συνολική αξία των κλοπιμαίων εκτιμάται ότι ξεπερνά τις 560.000 ευρώ. Τα κέρδη από τη μαύρη αγορά διοχετεύονταν σε πολυτελή διαβίωση και αγορές, με πιο χαρακτηριστική την απόκτηση ενός jet ski αξίας 21.000 ευρώ.
Κατά τη διάρκεια των αστυνομικών ερευνών βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 103 μπαταρίες λιθίου, το χρηματικό ποσό των 45.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και επιπλέον 71.000 ευρώ που ήταν κρυμμένα σε τραπεζική θυρίδα. Επίσης, κατασχέθηκαν τραπεζικές κάρτες, κινητά τηλέφωνα, συσκευή GPS, μια καραμπίνα με φυσίγγια, μαχαίρια, τσεκούρι, σιδερολοστός, τα δύο οχήματα των δραστών και το θαλάσσιο σκάφος αναψυχής.