Ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών. Ο ηθοποιός και δημιουργός νοσηλευόταν σε δημόσιο νοσοκομείο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, έπειτα από σοβαρό πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια. Με την παρουσία του συνδέθηκε με σημαντικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου και της τηλεόρασης, χωρίς όμως να περιοριστεί ποτέ στην υποκριτική.
Η γέννησή του τοποθετείται στην 1η Αυγούστου 1952 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, ενώ η θεατρική του εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα μέσω της φοίτησής του στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Αθηνών και Βεάκη. Πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση με το έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και ακολούθησαν «Ο φωτογράφος του χωριού», «Οι παραστρατημένοι» και «Μεθυσμένη Πολιτεία».
Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε από τη μεγάλη οθόνη. Το 1981 πρωταγωνίστησε στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, αποσπώντας βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε το «Άρπα Colla» και το 1983 το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, για το οποίο τιμήθηκε με βραβείο εξαιρετικής ερμηνείας. Τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο ρόλος που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν του: στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη υποδύθηκε τον στρατιώτη Γιάννη Παπαδόπουλο και κέρδισε το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου.
Η πορεία του δεν ήταν ούτε ευθεία ούτε προβλέψιμη. Το 1986 επιχείρησε να γυρίσει την πρώτη δική του ταινία, έμεινε όμως στα συρτάρια — αυτό τον κράτησε μακριά από το σινεμά για δεκαέξι χρόνια. Γύρισε το 2000 με το «Ένας κι Ένας», κατακτώντας ξανά το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Στα χρόνια της απουσίας του έγραφε θεατρικά, ποίηση και τραγούδια: εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, το 1981 και το 1991, ενώ το 1994 κυκλοφόρησε και δίσκο με τίτλο «Τα δέοντα». Συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς, όπως οι Νίκος Περάκης, Θόδωρος Μαραγκός, Κώστας Φέρρης και Νίκος Ζαπατίνας.
Στην τηλεόραση τον θυμάται κανείς και από «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Όλη η δόξα, όλη η χάρη», «Κάμπινγκ» και «Ερασιτέχνης άνθρωπος». Τα τελευταία χρόνια είχε επιστρέψει στη Μεσσηνία, όπου μαζί με συνεργάτες και φίλους δημιούργησε το «Τρενοτεχνείο» στην Κυπαρισσία — έναν παλιό σιδηροδρομικό χώρο που έγινε τόπος πολιτισμού, με θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις. Τον Δεκέμβριο του 2024 χρειάστηκε να διαχειριστεί τις ζημιές που άγνωστοι προκάλεσαν στον χώρο, μιλώντας με έντονη συναισθηματική φόρτιση για την καταστροφή μιας προσπάθειας στην οποία είχε επενδύσει μεγάλο μέρος της δημιουργικότητάς του.
Η τελευταία του περίοδος συνδέθηκε με το «Τρενοτεχνείο» και τη Μεσσηνία, όπου είχε επενδύσει μεγάλο μέρος της ενέργειάς του. Έτσι τον θυμάται πλέον όποιος τον γνώρισε από κοντά: ως έναν δημιουργό που δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει νέα εκφραστικά μέσα.