Η φωνή που ταξίδεψε από τα ηπειρώτικα πανηγύρια ως το Carnegie Hall και το Ηρώδειο, η φωνή που έντυσε με ήθος και πάθος τους στίχους του Σολωμού, του Σεφέρη και του Ελευθερίου, δεν θα ακουστεί ξανά. Ο Λάκης Χαλκιάς πέθανε το βράδυ της Κυριακής 2 Αυγούστου, σε ηλικία 82 ετών.
Την είδηση έφερε στο φως η οικογένειά του με μια λιτή, φορτισμένη ανακοίνωση: «Η οικογένεια του Λάκη Χαλκιά με οδύνη και θλίψη ανακοινώνει τον θάνατό του. Η ημερομηνία και η ώρα της κηδείας θα ανακοινωθούν σύντομα». Οι λέξεις ήταν λίγες, μα η αίσθηση της απώλειας βαριά. Μαζί του κλείνει μια από τις πιο ουσιαστικές, αυθεντικές και αταλάντευτες διαδρομές στο ελληνικό τραγούδι.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχάλης Χαλκιόπουλος. Γεννήθηκε στα Γιάννενα στις 30 Αυγούστου 1943, γιος του εμβληματικού δεξιοτέχνη του κλαρίνου Τάσου Χαλκιά. Ανήκε στην τέταρτη γενιά της θρυλικής μουσικής οικογένειας των Χαλκιάδων. Στο σπίτι του, η μουσική ήταν ανάσα. «Το δημοτικό τραγούδι ήταν το πρώτο μου σχολείο, δηλαδή η δημοτική ποίηση. Αυτή άκουγα από τους δικούς μου, αυτή έμαθα από τους δικούς μου», είχε πει. Τραγουδούσε από επτά ετών, στα δεκαέξι του δούλευε ήδη επαγγελματικά. Δεν περιορίστηκε στη φωνή — έπιασε κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά, ούτι, σφυρηλατώντας μια σπάνια εργαλειοθήκη και μια ακόμα σπουδαιότερη αντίληψη για το πώς δένουν οι ήχοι.
Στα δεκαοχτώ του μπήκε στη δισκογραφία. Η Columbia τον υποδέχτηκε και εκείνος ηχογράφησε τραγούδια του Θεόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου. Ο ίδιος διηγιόταν ότι τον άκουσε τυχαία ο Τάκης Λαμπρόπουλος και του άνοιξε την πόρτα του στούντιο. Όμως από την πρώτη στιγμή έβαλε έναν όρο στον εαυτό του: να τραγουδά μόνο ό,τι πιστεύει. «Όταν γνωρίζεις αυτό το καταπληκτικό υλικό και τον λόγο του και τη μουσική του, άμα σου δίνουν “φτηνά” πράγματα να πεις, δεν ικανοποιείσαι. Εγώ αυτή τη δουλειά την έκανα από μεράκι. Έπρεπε να μ’ αρέσει κάτι για να το πω», εξηγούσε. Έτσι, από τα πρώτα του βήματα έδειξε ότι το τραγούδι δεν ήταν συναλλαγή, αλλά στάση ζωής.
Το 1967, με τη χούντα να σφίγγει τον κλοιό, έφυγε για τη Βόρεια Αμερική. Δούλεψε σε ελληνικά στέκια στο Μόντρεαλ, στη Νέα Υόρκη και στο Σακραμέντο, κουβαλώντας το ελληνικό τραγούδι στους μετανάστες. Σε εκείνο το διάστημα βρέθηκε ακόμη και στη σκηνή με τον Άντονι Κουίν, σε μια παρουσίαση του «Ζορμπά». Η επιστροφή ήρθε το 1971, όταν ο πατέρας του έπαθε έμφραγμα. Γύρισε για την οικογένεια, μα η Αθήνα που βρήκε θα του άλλαζε την καλλιτεχνική μοίρα.
Η συνάντηση με τον Γιάννη Μαρκόπουλο έγινε κομβική. Ο Χαλκιάς έδεσε τη φωνή του με έργα που όρισαν μια ολόκληρη εποχή: «Θητεία», «Μετανάστες», «Θεσσαλικός Κύκλος», «Οροπέδιο», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Η χροιά του, βαθιά και δωρική, έμοιαζε να βγαίνει από τα σπλάχνα του τόπου. Το 1974, η ιστορική περιοδεία στην Αμερική με το συγκρότημα του Μαρκόπουλου τον έφερε σε μυθικές σκηνές — Carnegie Hall, Lincoln Center. Μαζί του ο Νίκος Ξυλούρης και ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης. Η ομογένεια έκλαιγε, η Ελλάδα ταξίδευε μέσα από τις φωνές τους. Τρία χρόνια αργότερα, το 1977, ηχογραφήθηκαν οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού. Δίπλα στον Χαλκιά, ο Νίκος Ξυλούρης και η Ειρήνη Παπά. Το έργο έγινε σύμβολο της μεταπολίτευσης, και η φωνή του Χαλκιά αναντικατάστατο κομμάτι του.
Παράλληλα, ο Χαλκιάς δεν έμεινε κλεισμένος στα όρια του έντεχνου. Συνεργάστηκε με τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Ήξερε να περνά με άνεση από το ρεμπέτικο στο λαϊκό και από εκεί στις πιο απαιτητικές συνθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη, του Χρήστου Λεοντή, του Χρήστου Νικολόπουλου. Στην «Καταχνιά» του Λεοντή έδωσε μια ερμηνεία που ακόμα στοιχειώνει. Μαζί με τον Ξυλούρη υπήρξαν οι φωνές που τραγούδησαν τους καημούς, τους αγώνες και τις ελπίδες μιας κοινωνίας που άλλαζε.
Δεν έβλεπε το δημοτικό, το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το έντεχνο ως ξεχωριστά νησιά. Πίστευε σε μια αδιάσπαστη αλυσίδα. Τη φράση του πατέρα του την έκανε πυξίδα: «Λαός χωρίς παρελθόν και παράδοση είναι λαός χωρίς μέλλον». Γι’ αυτό και όταν ανέλαβε το μεγαλύτερο προσωπικό του στοίχημα, το έργο «2.500 Χρόνια Ελληνική Μουσική – Από τον Όμηρο μέχρι σήμερα», έριξε δώδεκα χρόνια μελέτης. Ήταν μια τιτάνια έρευνα που ξεκινούσε από την αρχαία λύρα, περνούσε από το Βυζάντιο, τα δημοτικά, τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά, για να φτάσει στο σύγχρονο τραγούδι. Η παράσταση ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1995 και ταξίδεψε στο Ηρώδειο το 2002 – συγκεκριμένα στις 28 Μαΐου εκείνης της χρονιάς. Ο Χαλκιάς ήθελε να αποδείξει ότι η ελληνική μουσική δεν είναι σκόρπια θραύσματα, αλλά ένα ποτάμι που κυλά ακατάπαυστα.
Ο πολιτικός του λόγος ήταν εξίσου σαφής. Το 2007 κατέβηκε υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ, μένοντας πιστός στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες. Μια δεκαετία αργότερα, το 2018, βρέθηκε στη συναυλία που οργάνωσε το ΚΚΕ στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, τραγουδώντας ξανά μαζί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Μιλούσε ανοιχτά για τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την Παλαιστίνη. Μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δήλωσε: «Ο Αλέξης είναι το παιδί όλου του κόσμου». Για εκείνον το τραγούδι ήταν όπλο και βάλσαμο μαζί. «Το τραγούδι πρέπει να εκφράζει τα πραγματικά προβλήματα, τα πάθη, τις χαρές, τις λύπες, τους αγώνες και γενικά όλες τις εκφάνσεις της ζωής ενός λαού. Τότε έχει την ανάλογη αξία και γίνεται διαχρονικό», έλεγε.
Την άνοιξη του 2021, ο Λάκης Χαλκιάς παραχώρησε μια συνέντευξη-ποταμό στην εκπομπή «Κατάθεση Ψυχής» στο Κανάλι της Βουλής. Ο δημοσιογράφος Κώστας Μπαλαχούτης τον περιέγραψε τότε με λέξεις που σήμερα αντηχούν σαν επιτάφιος: «Ωραίος άνθρωπος, ευφυής, ξάστερος, ευγενής, ταπεινός, καλοσμιλεμένος και κατασταλαγμένος». Σε εκείνη την κουβέντα, ο Χαλκιάς ξεδίπλωσε τη ζωή του χωρίς ωραιοποιήσεις. Μίλησε για την ευθύνη του ονόματος των Χαλκιάδων, για την άγρια ομορφιά της ηπειρώτικης μουσικής, για το πόσο πλήγωσε το δημοτικό τραγούδι η χρήση του από τη χούντα. Θυμόταν το 1973, τον ξεσηκωμό και το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» που γύρισε την παράδοση σε τραγούδι αντίστασης. Δεν ξέχασε ποτέ ότι το κοινό του ήταν οι εργάτες, οι μετανάστες, οι άνθρωποι του μόχθου.
Και πράγματι, τραγούδια σαν τη «Φάμπρικα», τα «Μαλαματένια λόγια», τους «Μετανάστες», τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», δεν έμειναν δισκογραφικές καταχωρήσεις. Έγιναν ηχητική μνήμη της κοινωνίας. Στη «Φάμπρικα» ήταν η φωνή των εργατών, στα «Μαλαματένια λόγια» έδωσε σάρκα σε μια εποχή ματαιώσεων και ανεκπλήρωτων ονείρων, στους «Μετανάστες» κουβάλησε την οδύνη της ξενιτιάς. Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» στάθηκε δίπλα στον Ξυλούρη και την Παπά με μια ερμηνεία που δεν είχε ανάγκη από στολίδια – η φωνή του ήταν καθαρή, αυστηρή, λαϊκή.
Ο Λάκης Χαλκιάς έκανε πάνω από 2.500 συναυλίες. Συνεργάστηκε με δεκάδες δημιουργούς, έβγαλε δεκάδες δίσκους, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Η παρακαταθήκη του όμως δεν κρύβεται στους αριθμούς. Είναι ο τρόπος που στάθηκε απέναντι στο τραγούδι. Δεν το αντιμετώπισε ποτέ ως προϊόν, ούτε τον εαυτό του ως σταρ. Ήταν ένας σεμνός, αξιοπρεπής μάστορας της ρωμιοσύνης. Ό,τι έμαθε από τον πατέρα του –να σέβεται τον κόσμο, να είναι κοντά του στις δύσκολες στιγμές, να μην προδίδει την καταγωγή του– το κράτησε μέχρι το τέλος.
Σήμερα, που σίγησε, μένει ο απόηχος μιας φωνής που καταλάβαινε ότι το τραγούδι είναι η συνέχεια της ιστορίας, η άμυνα ενάντια στη λήθη. Όσο θα ακούγονται η «Φάμπρικα», οι «Μετανάστες», η «Θητεία» και οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», ο Λάκης Χαλκιάς θα βρίσκεται ανάμεσά μας. Στις παρέες, στα γλέντια, στις διαδηλώσεις, στα ραδιόφωνα. Γιατί όπως πίστευε ο ίδιος, ένα τραγούδι που λέει την αλήθεια του λαού δεν πεθαίνει ποτέ. Αλλάζει χέρια, αλλάζει εποχές, μα μένει.