Η προφυλάκιση του 43χρονου υπηκόου Βόρειας Μακεδονίας για τη δολοφονία της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας υπόθεσης που συγκλόνισε την τοπική κοινωνία. Μετά την απολογία του, η οποία διήρκεσε πάνω από δύο ώρες, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στις φυλακές, καθώς εισαγγελέας και ανακριτής έκριναν πως πρέπει να παραμείνει έγκλειστος.
Το χρονικό της εξιχνίασης και η ομολογία
Η εξαφάνιση της άτυχης γυναίκας δηλώθηκε στις αρχές στις 8 Ιουνίου, δέκα ημέρες μετά την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής, στις 30 Μαΐου 2026. Η καθυστέρηση αυτή δυσχέρανε αρχικά τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, ωστόσο η ΕΛ.ΑΣ. προχώρησε σε μια σύνθετη και μεθοδική έρευνα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η χρήση εξειδικευμένων μεθόδων από ειδικό συνεργείο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, το οποίο χρησιμοποίησε bluestar για τον εντοπισμό βιολογικού υλικού στο σπίτι και το αυτοκίνητο του δράστη.
Ο 43χρονος, ο οποίος ήταν ενοικιαστής ακινήτου ιδιοκτησίας του θύματος, αρχικά τηρούσε σκληρή στάση. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, όμως, «έσπασε» και ομολόγησε την πράξη του, υποδεικνύοντας το σημείο ταφής της σορού σε αγροτεμάχιο στον Βαθύλακκο Χανίων. Πριν σχηματιστεί η δικογραφία για την ανθρωποκτονία, ο ίδιος είχε συλληφθεί για παράνομη καλλιέργεια φυτείας κάνναβης, υπόθεση για την οποία είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους πριν εκδοθεί το νέο ένταλμα σύλληψης.
Οι κατηγορίες και η ένταση στο δικαστήριο
Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο 43χρονος είναι βαρύτατο. Περιλαμβάνει ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, απάτη με υπολογιστή, ενταφιασμό χωρίς άδεια και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όταν έφτασε στο δικαστικό κτίριο των Χανίων, οι γνωστοί και οι συγγενείς της Σταυρούλας Λεβεντάκη εξέφρασαν έντονα την αποδοκιμασία τους απέναντί του, φωνάζοντας «δολοφόνε» και «βρομιάρη».
Στο επίκεντρο της δημοσιότητας βρέθηκε και η σύζυγος του δράστη, η οποία προσπάθησε να ανακαλέσει όσα είχε δηλώσει νωρίτερα, αποδίδοντάς τα σε αστοχίες και σε συναισθηματική ένταση. Η ίδια ζήτησε δημόσια συγγνώμη από την οικογένεια του θύματος, ενώ ο αδελφός της 45χρονης έχει ήδη προχωρήσει σε μηνύσεις κατά του 43χρονου και της συντρόφου του για προσβολή μνήμης και συκοφαντική δυσφήμιση. Οι αρχές συνεχίζουν να ερευνούν τις συνθήκες του εγκλήματος, καθώς οι ισχυρισμοί του δράστη περί ερωτικής σχέσης με το θύμα παραμένουν προς το παρόν ατεκμηρίωτοι.