Ο αποπροσανατολισμός μέσα στο ίδιο το σπίτι είναι συχνά το πρώτο πράγμα που προσέχει ο ιδιοκτήτης. Ο σκύλος που κάποτε ήξερε κάθε γωνιά, ξαφνικά κολλάει πίσω από έπιπλα, κοιτάζει τοίχους ή φαίνεται μπερδεμένος σε οικείους χώρους. Δεν πρόκειται για την περιστασιακή δυσκαμψία που φέρνουν τα χρόνια, αλλά για χωρικό αποπροσανατολισμό που δεν δικαιολογείται από τη φυσιολογική γήρανση. Μπορεί επίσης να σταθεί στο κενό ή να μην αναγνωρίζει μέλη της οικογένειας που βλέπει καθημερινά.
Οι κτηνίατροι συμπεριφοριστές έχουν ομαδοποιήσει τα συμπτώματα του Συνδρόμου Γνωστικής Δυσλειτουργίας με το ακρωνύμιο DISHA, που αντιστοιχεί σε πέντε βασικές κατηγορίες. Εκτός από τον αποπροσανατολισμό, περιλαμβάνει τις αλλαγές στην αλληλεπίδραση, τη διαταραχή του κύκλου ύπνου, τις ακαθαρσίες στο σπίτι και τις μεταβολές στα επίπεδα δραστηριότητας. Ένας σκύλος μπορεί να γίνει πιο απόμακρος ή, αντιθέτως, ασυνήθιστα κολλητός, να δείχνει αδιαφορία για χάδια ή να μην ενδιαφέρεται πια να χαιρετήσει όσους μπαίνουν στην πόρτα.
Η νύχτα είναι συχνά αποκαλυπτική. Ζώα που κοιμούνταν ήρεμα αρχίζουν να βηματίζουν, να γαβγίζουν ή να κλαίνε χωρίς προφανή λόγο, ενώ την ημέρα ο ύπνος γίνεται έντονος και παρατεταμένος. Οι ηλικιωμένοι σκύλοι γενικά κοιμούνται περισσότερο, όμως η αντιστροφή του κύκλου ημέρας-νύχτας αποτελεί «καμπανάκι» που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τα ατυχήματα μέσα στο σπίτι: αν ένα ζώο που ήταν εκπαιδευμένο αρχίζει να ουρεί ή να αφοδεύει σε λάθος σημεία, η αιτία μπορεί να μην είναι ακράτεια ή πρόβλημα κινητικότητας, αλλά απώλεια μνήμης.
Η διάγνωση δεν γίνεται με κάποια ειδική εξέταση. Ο κτηνίατρος καταλήγει στο Σύνδρομο Γνωστικής Δυσλειτουργίας αποκλείοντας σταδιακά άλλες παθήσεις που μιμούνται τα ίδια συμπτώματα, όπως προβλήματα θυρεοειδούς, τύφλωση ή χρόνιο πόνο. Η παρατήρηση της συμπεριφοράς σε βάθος χρόνου και το ιστορικό του ζώου παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Όσο πιο νωρίς εντοπιστούν οι αλλαγές, τόσο πιο έγκαιρα μπορεί να προσαρμοστεί η καθημερινή φροντίδα.
Η σταθερότητα βοηθά. Ένα πρόγραμμα χωρίς εκπλήξεις, ήπια άσκηση και ένα περιβάλλον χωρίς εμπόδια μπορούν να μειώσουν το άγχος του ζώου. Η τακτική επικοινωνία με τον κτηνίατρο επιτρέπει την παρακολούθηση της εξέλιξης και την προσαρμογή της προσέγγισης όταν χρειάζεται. Δεν υπάρχει θεραπεία που να αναστρέφει τη νόσο, αλλά η έγκαιρη αναγνώριση των σημαδιών κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ζώο που υποφέρει σιωπηλά και σε ένα που λαμβάνει την υποστήριξη που χρειάζεται.
