Ο Σεπτέμβρης στα ελληνικά χωριά έχει τη δική του, αμείλικτη τελετουργία. Τα παντζούρια που έμειναν ανοιχτά όλο το καλοκαίρι κλείνουν ένα-ένα, οι αυλές αδειάζουν από παιδικές φωνές και οι πλατείες επιστρέφουν στη σιωπή τους. Αυτό που μένει πίσω, μετά τον θόρυβο του Δεκαπενταύγουστου και τις εικόνες γεμάτων ταβερνών, είναι η πραγματική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου: λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, και η διαπίστωση ότι η καλοκαιρινή ζωντάνια ήταν μια προσωρινή, σχεδόν εικονική πραγματικότητα.
Τα στοιχεία της Απογραφής του 2021 επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Πριόβολος, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 3,1% σε σχέση με το 2011, με την Περιφερειακή Ενότητα Άρτας να καταγράφει 63.732 κατοίκους έναντι 67.877 την προηγούμενη δεκαετία. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που γίνεται αισθητή κάθε φθινόπωρο: η αγάπη για το πατρικό και οι αναμνήσεις των διακοπών δεν αρκούν για να κρατήσουν έναν νέο άνθρωπο σε έναν τόπο χωρίς προοπτική.
Το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι επιστρέφουν μαζικά το καλοκαίρι αλλά ελάχιστοι μένουν τον χειμώνα έχει μια σύνθετη απάντηση. Η έλλειψη σταθερής εργασίας και αξιοπρεπούς εισοδήματος παραμένει το πρώτο και βασικότερο εμπόδιο, όπως τονίζεται και στις σχετικές αναλύσεις. Δίπλα σε αυτό, όμως, υπάρχουν και άλλες ελλείψεις που συχνά υποτιμώνται από όσους σκέφτονται τη μετακόμιση: υποδομές υγείας, σχολεία που λειτουργούν με ολιγομελή τμήματα ή ακόμη και κλειστά, κακοί δρόμοι και αργό διαδίκτυο. Η απόφαση για μόνιμη εγκατάσταση στην επαρχία δεν είναι μόνο συναισθηματική, είναι κυρίως πρακτική.
Η Ελισσάβετ Βασιλοπούλου σημειώνει ότι η ζωή στο χωριό προσφέρει λιγότερο άγχος και χαμηλότερο κόστος, αλλά η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από τη λύση του βιοποριστικού ζητήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ψηφιακοί νομάδες και όσοι εργάζονται εξ αποστάσεως εμφανίζονται ως μια από τις πιο ρεαλιστικές διεξόδους για την πληθυσμιακή ενδυνάμωση της περιφέρειας. Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι η πρώτη που επιχείρησε να θεσπίσει συγκεκριμένα κίνητρα για την εγκατάσταση σε μικρούς οικισμούς, αν και η αποτελεσματικότητά τους θα φανεί στην πράξη.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη διάσταση που σπάνια συζητείται. Πολλοί από όσους επισκέπτονται τα χωριά τους ή μετακομίζουν σε αυτά από τα αστικά κέντρα παραμένουν απομονωμένοι, κλεισμένοι στα σπίτια τους, χωρίς να επιδιώκουν ουσιαστική επαφή με τους ντόπιους. Η εξιδανίκευση της ζωής στην ύπαιθρο συχνά παραβλέπει τις δυσκολίες της χειμερινής καθημερινότητας, την απομόνωση και την έλλειψη υπηρεσιών που περιγράφουν όσοι έχουν ζήσει εκεί όλο τον χρόνο. Η ένταξη σε μια μικρή κοινωνία, με τους δικούς της κανόνες και ρυθμούς, απαιτεί χρόνο και διάθεση για προσαρμογή που δεν συνηθίζεται στις μεγάλες πόλεις.
Η συζήτηση για την επιστροφή στην περιφέρεια δεν είναι νέα, αλλά κάθε Σεπτέμβριο αποκτά ξανά επικαιρότητα. Το ζητούμενο δεν είναι να γεμίσουν τα χωριά για λίγες εβδομάδες τον Αύγουστο, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να μείνουν άνθρωποι εκεί όλο τον χρόνο. Χρειάζεται ένα σχέδιο που να συνδυάζει οικονομικά κίνητρα, υποδομές και υπηρεσίες, αλλά και μια ρεαλιστική ματιά στο τι σημαίνει πραγματικά να ζεις μακριά από το κέντρο. Μέχρι τότε, η εικόνα των χωριών που αδειάζουν κάθε φθινόπωρο θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται, ως μια υπενθύμιση ότι η ευημερία της υπαίθρου δεν μετριέται σε καλοκαιρινές επισκέψεις.
