Ο οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη μπαίνει σε νέα φάση, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ανακοινώνει ό,τι ο ίδιος αποκάλεσε «την πιο συντριπτική επιχείρηση οικονομικού πολέμου που διεξήχθη ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας». Μέσω Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη νέα στρατηγική ως μια «οικονομική D-Day» κατά του Ιράν, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει η κυβέρνησή του.
Σαφές ήταν το μήνυμα προς τρίτες χώρες. Όποια επιτρέψει σε χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κυβερνητικούς φορείς της να προσφέρουν «σωσίβιο οποιασδήποτε μορφής στο Ιράν», θα βρεθεί η ίδια αντιμέτωπη με «τρομερές οικονομικές συνέπειες» και απομόνωση χωρίς προηγούμενο.
Ο κατάλογος των στόχων που έδωσε ο Τραμπ καλύπτει σχεδόν όλους τους διαύλους χρηματοδότησης της Τεχεράνης: λαθρεμπόριο πετρελαίου, γραμμές ανταλλαγής συναλλάγματος, μεταφορές μετρητών, ανταλλακτήρια, νηολόγια πλοίων και εταιρείες-βιτρίνα. «Όλα πρέπει να σταματήσουν ΤΩΡΑ», έγραψε χαρακτηριστικά, αποδίδοντας στην ιρανική ηγεσία την ευθύνη ότι δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα συμφωνίας που, όπως ισχυρίζεται, της είχε δοθεί.
Το επόμενο βήμα προανήγγειλε και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, μιλώντας για τις αυστηρότερες κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ στο Ιράν. Η προσοχή στρέφεται στην Κίνα, τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Το Πεκίνο καλείται ουσιαστικά να συμπλεύσει με την αμερικανική στρατηγική, με το ενδεχόμενο πίεσης να παραμένει ανοιχτό και για άλλες χώρες με εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Από την πλευρά του, το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε τα μέτρα ως «οικονομική τρομοκρατία» και «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», κάνοντας λόγο για στοχοποίηση των απλών πολιτών. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί υποστήριξε ότι η επίθεση κατά της ιρανικής οικονομίας λειτουργεί και ως αντιπερισπασμός από τα εσωτερικά οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ, ενώ η χώρα θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία της.
Διαφορετική ανάγνωση έρχεται από τα φιλοκυβερνητικά ιρανικά μέσα. Το ημιεπίσημο πρακτορείο Tasnim απέρριψε τις δηλώσεις του Τραμπ ως «μεγαλοπρεπή, υπερβολική γλώσσα», στο πλαίσιο της επικοινωνιακής εκστρατείας της Ουάσινγκτον. Οι προηγούμενες κυρώσεις, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική της Τεχεράνης, η οποία διαθέτει εδώ και χρόνια μηχανισμούς παράκαμψης των περιορισμών.
Η κλιμάκωση έρχεται μήνες μετά τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου, που διαμόρφωσαν το τρέχον σκηνικό έντασης. Η οικονομική πίεση προστίθεται σε ένα ήδη βεβαρημένο τοπίο: πληθωρισμός, υποχώρηση του νομίσματος και ζημιές σε υποδομές συνθέτουν την εικόνα της ιρανικής οικονομίας, ενώ η Ουάσινγκτον επιχειρεί να κλείσει κάθε δίοδο εσόδων.
Οι διεθνείς αγορές αντιδρούν ήδη. Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων εβδομάδων, με τους επενδυτές να σταθμίζουν τον κίνδυνο για την προσφορά από τη Μέση Ανατολή και την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέστειλαν τις εμπορικές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές με το Ιράν, μετά τις κατηγορίες περί βαλλιστικών πυραύλων που εκτοξεύθηκαν από ιρανικό έδαφος προς την περιοχή — κατηγορία που η Τεχεράνη αρνείται.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν διεξάγονται αυτή τη στιγμή συνομιλίες με το Ιράν, ενώ στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας. Η Τεχεράνη δεν δείχνει διάθεση να δεχθεί νέες απαιτήσεις υπό την απειλή κυρώσεων, επιμένοντας ότι οι όροι που επιχειρείται να επιβληθούν υπερβαίνουν όσα είχαν τεθεί σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις.