Αιφνίδια ξηρασία (flash drought) – έτσι χαρακτηρίζει η Υπηρεσία Περιβάλλοντος του Ηνωμένου Βασιλείου την κρίση που απλώνεται σε πάνω από τη μισή Αγγλία. Η βροχή περιορίστηκε τον Ιούλιο στο 7% του μέσου όρου και στη νότια Αγγλία μόλις στο 1% – μια απότομη κατάρρευση που έφερε την κατάσταση σε επίπεδα αντίστοιχα των τελευταίων δύο αιώνων. Ήδη επτά εταιρείες ύδρευσης επέβαλαν προσωρινούς περιορισμούς για 23 εκατομμύρια πολίτες, περίπου το 40% του πληθυσμού.
Το Λονδίνο, η κοιλάδα του Τάμεση, τα Γουέστ Μίντλαντς, ολόκληρη η ανατολική και νότια παράκτια ζώνη – επτά περιοχές συνολικά – μπήκαν στο καθεστώς ξηρασίας. Η Υπηρεσία Περιβάλλοντος αναφέρει ότι το 78% των ποταμών καταγράφει ροές κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα, ενώ η στάθμη των ταμιευτήρων έχει πέσει στο 75,3% – 7,4% κάτω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο. Στο Σάρεϊ, το Γουίσλι μετρά 43 ημέρες χωρίς σταγόνα, ενώ σε τμήματα του Ντέβον και του Χάμσιρ η ανομβρία ξεπερνά τις 49 ημέρες.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Η Αγγλία αντιμετωπίζει την τρίτη σοβαρή ξηρασία μέσα σε πέντε χρόνια, μετά το 2022 και το 2025. Η φετινή όμως ξεκίνησε απότομα μετά από βροχερούς μήνες – γι’ αυτό μιλούν για ξηρασία-κεραυνό. Οι αγρότες αναγκάζονται σε πρόωρη συγκομιδή, τα χωράφια στεγνώνουν, και ο κίνδυνος πυρκαγιάς αυξάνεται καθημερινά. Τρεις καύσωνες έχουν ήδη καταγραφεί από τον Μάιο, κι ένας τέταρτος βρίσκεται σε εξέλιξη.
Πίεση δέχεται και η άγρια ζωή, με τα οικοσυστήματα να υποφέρουν από τη λειψυδρία. Ο Ιούνιος ήταν ο θερμότερος από το 1884, με τα σχολεία να κλείνουν και τις μεταφορές να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Στις 26 Ιουνίου, το Λίνγκγουντ στην ανατολική Αγγλία κατέγραψε 38°C. Η κυβέρνηση καλεί τις εταιρείες να μειώσουν τις διαρροές, ενώ η πολιτική προστασία εντείνει τους ελέγχους στις ποσότητες νερού που αντλούνται.