Η αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε την άνοιξη του 2026 σε μια ασυνήθιστη διπλωματική θέση, προσπαθώντας να προστατεύσει τους συνομιλητές της από το Ιράν. Οι ανησυχίες στην Ουάσιγκτον κορυφώθηκαν όταν πληροφορίες υπέδειξαν ότι το Ισραήλ είχε συμπεριλάβει τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ σε λίστα στόχων.
Οι ΗΠΑ έκριναν ότι η εξόντωση των δύο ανδρών θα αποτελούσε «ταφόπλακα» για τις ευαίσθητες διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν για μια προσωρινή ειρηνευτική συμφωνία και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. «Αν σκοτώσετε αυτούς τους ανθρώπους, σκοτώνετε τους ρεαλιστές», δήλωσε χαρακτηριστικά Αμερικανός αξιωματούχος, υπογραμμίζοντας τη σημασία των δύο προσώπων για τη διατήρηση του διαλόγου.
Η κρίση στον εναέριο χώρο
Η ένταση μεταφέρθηκε στο πεδίο τον Απρίλιο του 2026, όταν ο Γκαλιμπάφ επέστρεφε από το Ισλαμαμπάντ, όπου είχε συναντηθεί με τον Αμερικανό Αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς. Ιρανικές αρχές έλαβαν πληροφορίες για ισραηλινή απειλή, καθώς αναφέρθηκε ότι δύο ισραηλινά μαχητικά εισήλθαν στον ιρανικό εναέριο χώρο. Το αεροσκάφος αναγκάστηκε να προσγειωθεί στο Μασχάντ για λόγους ασφαλείας.
Η Ουάσιγκτον προχώρησε σε μια πρωτοφανή κίνηση, χρησιμοποιώντας τρίτες χώρες όπως το Κατάρ και το Πακιστάν για να μεταφέρει προειδοποιήσεις στην Τεχεράνη. Ο βουλευτής Μοχσέν Ζανγκάνε χαρακτήρισε αργότερα τη συμμετοχή των διαπραγματευτών στις συνομιλίες, παρά τις απειλές κατά της ζωής τους, ως «πραγματική θυσία». Ο Aaron David Miller, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, επισήμανε τη θεμελιώδη διάσταση στους πολεμικούς στόχους μεταξύ των δύο συμμάχων, με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό να εμφανίζεται αποφασισμένος να υπονομεύσει τις αμερικανικές διπλωματικές προσπάθειες.