Η Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος βγήκε μπροστά και ζήτησε να τρέξει η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη χωρίς εμπόδια. Έβαλαν έμφαση στο ότι η υπόθεση θέλει πλήρη διαλεύκανση και αναζήτηση της αλήθειας, με σεβασμό στους κανόνες της διαδικασίας και στο κράτος δικαίου. Οι δικηγόροι που συμμετέχουν έπαιξαν το ρόλο τους επαγγελματικά, ιδίως όσοι έχουν προσωπικό κόστος από την τραγωδία.
Κάπου εκεί, όμως, ξεχώρισαν αιχμές για τη στάση μιας συγκεκριμένης συνηγόρου, που δεν κατονομάζεται αλλά κατηγορείται ότι ξεφεύγει από τις αρχές του επαγγέλματος. Οι πρόεδροι είπαν ξεκάθαρα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν περνάνε, και τα πειθαρχικά όργανα θα ασχοληθούν. Η δίκη γίνεται πεδίο έντασης με ενέργειες που φαίνονται σκόπιμες, αλλά δεν θα σταματήσουν την πορεία της.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν δίνουν χώρο για εργαλειοποίηση της διαδικασίας ή υπονόμευση του ρόλου τους. Επιθετικές τακτικές και ακραίοι τόνοι δεν βοηθάνε στην απονομή δικαιοσύνης, λένε, και η συλλογική τους στάση μένει σταθερή. Το δικαστήριο φέρει την ευθύνη να κρατήσει τα πράγματα σε τάξη, εφαρμόζοντας τον νόμο χωρίς εξαιρέσεις.
Η κριτική για τις συνθήκες και τις παρεμβάσεις
Στην αρχή της δίκης υπήρξαν προβλήματα με τις συνθήκες στην αίθουσα, που δεν άφηναν χώρο για ομαλή εξέλιξη. Η Ολομέλεια κινήθηκε γρήγορα, πιέζοντας τη διεύθυνση του Εφετείου Λάρισας και τον υπουργό Δικαιοσύνης για βελτιώσεις στον εξοπλισμό. Τώρα η διαδικασία προχωράει καλύτερα, αλλά χρειάζονται κι άλλα βήματα για να βλέπουν άνετα οι συγγενείς των θυμάτων και να δουλεύουν οι δικηγόροι χωρίς εμπόδια.
Οι δικαστικές ενώσεις δεν έκαναν τίποτα για τις συνθήκες, προτιμώντας να βγάζουν ανακοινώσεις εναντίον συναδέλφων και θεσμών, λένε οι πρόεδροι. Η δίκη αφορά μια τραγωδία που συγκλόνισε την Ελλάδα πριν τρία χρόνια, με θύματα και τραυματίες που περιμένουν δικαίωση. Πάνω από 250 δικηγόροι εμπλέκονται, και τα περισσότεροι κρατάνε линию επαγγελματισμού.
Το κείμενο της ανακοίνωσης
«Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε την Ελληνική Κοινωνία.
Απαίτηση όλων η απόδοση δικαιοσύνης. Μετά από τρία χρόνια, έφθασε η ώρα της ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία οι Δικηγορικοί Σύλλογοι παρίστανται, όπως και στην προδικασία, προς υποστήριξη της κατηγορίας με σκοπό όχι μόνο την αναζήτηση της αλήθειας αλλά και την απόδοση ευθυνών, όπου ανήκουν. Αυτονόητο είναι ότι, για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός θα πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις δίκαιης δίκης. Δυστυχώς, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας επικράτησαν απαράδεκτες συνθήκες, οι οποίες δεν συνάδουν με το νομικό μας πολιτισμό και δεν επέτρεπαν την ομαλή διεξαγωγή της δίκης και την αξιοπρεπή άσκηση δικαιωμάτων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Μετά από άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις της Ολομέλειας, τόσο προς τη Διευθύνουσα του Εφετείου Λάρισας, όσο και προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, επήλθαν υλικοτεχνικές βελτιώσεις που επέτρεψαν, κατά την πρώτη μετά από διακοπή δικάσιμο, την πρόοδο της δίκης. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι δικαστικές ενώσεις δεν ένιωσαν την ανάγκη να παρέμβουν για τη βελτίωση των συνθηκών για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, αλλά η κύρια μέριμνά τους είναι να εκδίδουν ανακοινώσεις με καταγγελτικό περιεχόμενο κατά των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης και των θεσμικών τους οργάνων. Η αλήθεια είναι ότι επιβάλλεται να γίνουν περαιτέρω βελτιώσεις ώστε να διασφαλιστεί η ουσιαστική δυνατότητα παρακολούθησης της δίκης από τους διαδίκους – συγγενείς των θυμάτων και τραυματίες και η απρόσκοπτη επικοινωνία τους με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους καθώς επίσης και η αξιοπρεπής άσκηση του έργου των πληρεξουσίων δικηγόρων, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού τους αλλά και των απαιτήσεων που δημιουργούνται από την ογκώδη δικογραφία.
Πέραν, όμως της εξασφάλισης της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, επιβάλλεται να αποφευχθούν συμπεριφορές, εντός ή εκτός της δικαστικής αίθουσας, από παράγοντες ή μη της δίκης, που δημιουργούν συνθήκες έντασης, καθυστερούν την πρόοδο της διαδικασίας και δημιουργούν κινδύνους αποπροσανατολισμού από το κύριο έργο που είναι η αναζήτηση της αλήθειας και μόνο αυτής. Η Ολομέλεια δεν πρόκειται να εργαλειοποιηθεί ούτε να υποκύψει σε ιδιοτελείς επιδιώξεις ή σκοπιμότητες. Κραυγές, επιθετικές συμπεριφορές, συκοφαντίες δεν πρόκειται να κάμψουν τη σταθερή μας θέση που είναι η πρόοδος της δίκης και η αναζήτηση της αλήθειας. Οι λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα τους δικονομικούς κανόνες και τη δεοντολογία. Αντίθετες συμπεριφορές, που εκδηλώθηκαν από συγκεκριμένη δικηγόρο, μας βρίσκουν κατηγορηματικά αντίθετους και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Επισημαίνουμε δε, ότι το σύνολο των λοιπών πληρεξουσίων δικηγόρων (πλέον των 250) άσκησε τα καθήκοντά του, όπως επιβάλλει ο θεσμικός τους ρόλος και οφείλουμε να εξάρουμε τη στάση αυτή.
Το Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευθύνη της ομαλής διεξαγωγής της δίκης, οφείλει να τηρεί το Νόμο. Ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου και ουδείς δικαιούται διακριτικής μεταχείρισης. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι θα πράξουν αυτά που τους αναλογούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και του θεσμικού τους ρόλου συμβάλλοντας στην πρόοδο της δίκης. Η δίκη πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα και να αποδοθεί δικαιοσύνη με σεβασμό στα δικαιώματα των διαδίκων και στο Κράτος Δικαίου. Το οφείλουμε στα θύματα του δυστυχήματος, στους τραυματίες και στους συγγενείς τους, στη Δικαιοσύνη, στην Κοινωνία, στην Ιστορία μας».