Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου μπαίνει στην πιο απαιτητική φάση του: η επανεκκίνηση των ερευνών και η πόντιση αναμένονται μέσα στους επόμενους μήνες, ίσως και εντός του 2026, και η Αθήνα έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι θα προχωρήσει χωρίς να ζητήσει την παραμικρή έγκριση από την Άγκυρα. Το έργο, χαρακτηρισμένο ως κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, χρηματοδοτείται εν μέρει και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κάτι που του δίνει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Από τη στιγμή που επιστρέφει στη θάλασσα, ωστόσο, μετατρέπεται σε δοκιμή για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πιο ευαίσθητο σημείο τους.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, μιλώντας στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών, ήταν απόλυτος. «Το διεθνές δίκαιο είναι πάρα πολύ σαφές. Δεν απαιτεί την άδεια της Τουρκίας ούτε πρόκειται να ζητηθεί η οποιαδήποτε άδεια της Τουρκίας», είπε. Η ίδια θέση αποτυπώνεται στη διάκριση που συνοδεύει κάθε τεχνική συνεννόηση: το ποιος ενημερώνεται, ποιος εκδίδει άδειες και ποιος απλώς λαμβάνει γνώση έχει σαφή πολιτική χροιά.
«Θα πραγματοποιηθεί το έργο και θα πραγματοποιηθεί με βάση τον προγραμματισμό της εταιρείας, τους επόμενους μήνες θα επανεκκινήσει η έρευνα και πόντιση του καλωδίου, πιθανότατα και μέσα στο 2026», πρόσθεσε. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κινήθηκε στην ίδια γραμμή, διαβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα θα κινηθεί βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Το μήνυμα που περνά προς τα έξω είναι ένα: το έργο θα συνεχιστεί κανονικά.
Το προηγούμενο της Κάσου και ο γαλλικός παράγοντας
Η Αθήνα γνωρίζει ότι η Άγκυρα δεν θα παρακολουθήσει παθητικά. Τον Ιούλιο του 2024, στην περιοχή της Κάσου, η Τουρκία ανέπτυξε πολεμικά πλοία εκεί όπου έκανε έρευνες το «Ievoli Relume», και η απάντηση ήρθε με ελληνική φρεγάτα και κανονιοφόρο. Η επόμενη φάση θα δείξει αν θα περιοριστεί σε NAVTEX και διπλωματικές αντιδράσεις ή αν θα επιδιώξει ξανά ναυτική παρουσία.
Η γαλλική εμπλοκή δίνει άλλη διάσταση. Με τη Meridiam στο πλειοψηφικό πακέτο και τη Nexans στην ανάδοχο κοινοπραξία, το Παρίσι έχει συμφέρον να ολοκληρωθεί η διασύνδεση. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου δήλωσε ότι ο σχεδιασμός συνεχίζεται κανονικά, χαρακτηρίζοντας τη συμμετοχή της γαλλικής Meridiam ψήφο εμπιστοσύνης προς το έργο.
Ένα γεωπολιτικό παζλ
Πέρα από το ίδιο το καλώδιο, το θέμα ακουμπά τον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη. Η Τουρκία επιδιώκει εδώ και χρόνια να παραμείνει κόμβος ανάμεσα στην Ανατολή και την Ευρώπη, και κάθε νέα διαδρομή εκτός του εδάφους της περιορίζει αυτή τη στρατηγική αξία. Παράλληλα, επαναφέρει ζητήματα που είχαν χαμηλώσει τόνους την περίοδο των «ήρεμων νερών» – θαλάσσια πάρκα, αναφορές στο Καστελλόριζο, γνωστές αμφισβητήσεις νησιών και νησίδων. Συζητείται μάλιστα και η θεσμική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», που θα έδινε μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στη συνολική τουρκική στρατηγική για τις θαλάσσιες ζώνες.
Το τρίγωνο Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία: οι ενεργειακές, ηλεκτρικές και αμυντικές υποδομές δημιουργούν έναν άξονα που λειτουργεί χωρίς την Τουρκία, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» να ενισχύει την αποτρεπτική διάσταση.
Για την Αθήνα, το διακύβευμα περιγράφεται απλά: εάν ένα ευρωπαϊκό έργο προχωρήσει με τη σκιά τουρκικής συναίνεσης, θα έχει δημιουργηθεί προηγούμενο για όλα τα επόμενα. Η τουρκική πλευρά, από την πλευρά της, επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που θα προχωρούσαν απουσία της. Το επόμενο κεφάλαιο του καλωδίου δεν θα είναι μόνο τεχνικό. Θα είναι, όπως όλα δείχνουν, βαθιά πολιτικό.