Τρία χρόνια μετά το πέρασμα της κακοκαιρίας «Daniel», η γέφυρα στον Παλαιόπυργο Λάρισας παραμένει ένα «φάντασμα» υποδομής, με τους κατοίκους να διακινδυνεύουν καθημερινά τη ζωή τους. Το σημείο, που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1980, υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές από την υπερχείλιση του Πηνειού τον Σεπτέμβριο του 2023, μετατρέποντας μια κρίσιμη οδική αρτηρία σε παγίδα.
Η κατάσταση είναι οριακή, καθώς η γέφυρα συνδέει τον Παλαιόπυργο με την Αλεξανδρινή, τα παραλιακά χωριά των Δήμων Τεμπών και Αγιάς, καθώς και τον οδικό άξονα Ομολίου–Στομίου. Πολλοί αγρότες και κάτοικοι, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν την παράκαμψη μέσω της Εθνικής Οδού που προσθέτει έως και 35 χιλιόμετρα στις μετακινήσεις τους, επιλέγουν να διασχίζουν το κατεστραμμένο πέρασμα πεζή ή με οχήματα, αναλαμβάνοντας την ατομική ευθύνη.
Ο δήμαρχος Τεμπών, Γιώργος Μανώλης, χαρακτήρισε την κατάσταση «αδιανόητη», ενώ ο πρόεδρος της κοινότητας Παλαιόπυργου, Γιάννης Μπεριτζάς, επεσήμανε το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν οι αγρότες, καθώς τα Σαββατοκύριακα απαγορεύεται η κυκλοφορία των μηχανημάτων τους στην Εθνική Οδό. Ο βουλευτής Βασίλης Κόκκαλης έχει καταθέσει επανειλημμένες αναφορές στη Βουλή, καταγγέλλοντας την εγκατάλειψη ως «σύμβολο κρατικής αδράνειας».
Επιπλέον, η ίδια η δομή της γέφυρας αποτελεί πλέον απειλή. Σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, τα φερτά υλικά που συσσωρεύονται στο σημείο κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως φράγμα, ωθώντας τα νερά του Πηνειού προς τον κατοικημένο οικισμό του Παλαιόπυργου. Παρά το γεγονός ότι το έργο έχει ενταχθεί στα «επείγοντα», οι διαδικασίες για την ανάδειξη αναδόχου παραμένουν σε εκκρεμότητα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για τον συνεχιζόμενο εμπαιγμό των πολιτών. Η συλλογικότητα «Ρουβίκωνας» έχει προχωρήσει σε συμβολικές κινήσεις στο σημείο, αναδεικνύοντας την απουσία κρατικής μέριμνας για μια υποδομή που παραμένει διαλυμένη.