H πρώτη του συμμετοχή ως βασικός σε ένα τέτοιο παιχνίδι έμοιαζε περισσότερο με δήλωση πρόθεσης παρά με ακόμη μια εμφάνιση. Ο Φώτης Ιωαννίδης χρειάστηκε μόλις ένα γκολ και δύο ασίστ για να αποδείξει στη Σπόρτινγκ πόσα μπορεί να προσφέρει, με τον Έλληνα επιθετικό να βγαίνει μπροστά στη νίκη με 3-2 επί της Γκιμαράες.
Στο πρώτο ημίχρονο, η ομάδα του έμοιαζε να βρίσκεται σε άλλη διάσταση. Τρία γκολ και αρκετές ευκαιρίες για περισσότερα, πριν χαλάσει η εικόνα μετά την ανάπαυλα. Ο ίδιος στάθηκε στο αποτέλεσμα, αν και παραδέχτηκε πως το τελευταίο κομμάτι του αγώνα δεν ήταν αυτό που ήθελε: «Ξεκινήσαμε πολύ καλά, πετύχαμε τρία γκολ, κάτι που είναι φανταστικό. Είχαμε επίσης αρκετές ευκαιρίες για γκολ, όπως και πέρυσι. Στο γκολ μου, έκανα το εύκολο κομμάτι. Ωστόσο, το δεύτερο ημίχρονο δεν πήγε όπως θέλαμε».
Αυτή η πτώση απόδοσης στην επανάληψη είχε τη δική της εξήγηση. «Δεν ήμασταν τόσο συγκεντρωμένοι στο δεύτερο ημίχρονο. Νομίζω ότι ήμασταν λίγο ανήσυχοι για το τι συνέβη εναντίον της Εστρέλα, αλλά το πιο σημαντικό είναι οι τρεις βαθμοί», είπε και συμπλήρωσε πως η ομάδα μπορεί να βελτιωθεί: «Είμαστε ένας μεγάλος σύλλογος στην Πορτογαλία και αυτό φέρνει κάποια πίεση, αλλά αυτό θέλουμε. Αν παίξουμε χωρίς πίεση, δεν είμαστε καλή ομάδα».
Το θέμα του ανταγωνισμού στην επίθεση έμοιαζε αναμενόμενο, καθώς ο Φώτης Ιωαννίδης μοιράζεται τη θέση με τον Λουίς Σουάρες, ο οποίος έκανε εξαιρετική σεζόν πέρυσι. Ο 24χρονος φορ δεν φάνηκε να ενοχλείται: «Είμαστε τρεις παίκτες και όλοι προπονούμαστε καλά. Έχω την ευκαιρία να ξεκινήσω βασικός. Απομένουν πολλά παιχνίδια, οπότε ίσως συνεχίσουμε να παίζουμε μαζί. Ο Νελ βελτιώνεται επίσης πολύ και, κατά τη γνώμη μου, θα είναι ο επιθετικός της Σπόρτινγκ τα επόμενα χρόνια».
Ο προπονητής της ομάδας, Ρουί Μπόρχες, είχε ήδη φροντίσει στο ημίχρονο να δώσει διορθωτικές οδηγίες για να γίνει πιο επιθετική η ομάδα στην επανάληψη. Η εικόνα, όμως, δεν ήταν η ίδια, αφού η χαλάρωση έδωσε χώρο στην Γκιμαράες να επιστρέψει στο ματς. Για τον Ιωαννίδη, πάντως, το βάρος έπεσε στο να βγει το αποτέλεσμα — και η εμφάνισή του έδειξε πως το λεπτό προσαρμογής που ζητά από τον εαυτό του μπορεί να κρατήσει λίγο λιγότερο από όσο περίμεναν αρκετοί.