Ο Ραζβάν Λουτσέσκου μίλησε σε ρουμανικό Μέσο για την επταετία του στη Θεσσαλονίκη και τον χωρισμό του από τον ΠΑΟΚ, περιγράφοντας μια σχέση που έκλεισε με λύπη και απογοήτευση. Ο 57χρονος τεχνικός, που βρίσκεται πλέον στην Αλ Σαντ, αναφέρθηκε στους δεσμούς που δημιούργησε με τον σύλλογο, τους οπαδούς και το περιβάλλον της ομάδας.
«Υπάρχει μια πολυπλοκότητα συναισθημάτων μέσα μου. Αλλά μάλλον το πιο δυνατό συναίσθημα που έχω είναι… λύπη και απογοήτευση. Λύπη εξαιτίας του αποχωρισμού», είπε, εξηγώντας ότι τα χρόνια στον ΠΑΟΚ δημιούργησαν «τους πιο βαθιούς δεσμούς που θα μπορούσε κανείς να δημιουργήσει στο ποδόσφαιρο».
Στη συνέντευξη περιέγραψε και τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη, την οποία χαρακτήρισε δεύτερο σπίτι του. «Μια πόλη που δεν είναι πολύ μεγάλη αλλά ούτε μικρή και όπου ζεις πολύ καλά. Οι άνθρωποι εδώ αγαπούν τη ζωή και όταν βγαίνεις στην πόλη νιώθεις αυτή την ενέργεια, αυτή τη διάθεση για ζωή», ανέφερε. Ο ίδιος γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1969.
Μιλώντας για την καθημερινότητα του προπονητή, σημείωσε ότι «η ζωή ενός προπονητή εξαρτάται από τη δουλειά, τον αγώνα, το αποτέλεσμα. Αν κερδίσουμε, ζω καλά τις επόμενες δύο μέρες· αν δεν κερδίσουμε, ζω πολύ άσχημα». Σε αυτό το πλαίσιο, όπως είπε, όλες οι αναμνήσεις του συνδέονται με την ομάδα και τα αποτελέσματα.
Μία από τις εικόνες που του έχουν μείνει, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η βραδιά πριν ο ΠΑΟΚ γίνει πρωταθλητής το 2019. Θυμήθηκε το ξενοδοχείο πριν από το παιχνίδι και τον κόσμο κατά μήκος της παραλίας, σε μήκος οκτώ χιλιομέτρων.
Για το τέλος της συνεργασίας του με τον ΠΑΟΚ, ο Λουτσέσκου ανέφερε: «Για να κλείσεις την ιστορία, πρέπει να προχωρήσεις μπροστά. Και οι δύο πλευρές πρέπει να προχωρήσουν μπροστά». Πρόσθεσε ότι «σε κάποια στιγμή άρχισα να αγαπάω τρομερά τον ΠΑΟΚ. Θεωρούσα τον εαυτό μου μέρος αυτού», κάτι που, όπως είπε, δεν του έχει ξανασυμβεί στη ζωή του.
«Υπέφερα πολύ, είχα δεθεί πολύ με τον ΠΑΟΚ, αλλά όλα στη ζωή έχουν ένα τέλος, και ακόμη περισσότερο στο ποδόσφαιρο», δήλωσε, λέγοντας πως προτιμά να κρατήσει ό,τι όμορφο υπήρξε και να αφήσει πίσω το τελευταίο, άσχημο κομμάτι.
