ΠΑΟΚ: Ο Γιασμίν Κούρτιτς έχει μάθει να κλείνει τ’ αυτιά του

Οι πράσινες ακτίνες από τα λέιζερ σημάδευαν το πρόσωπό του σαν να ‘ταν o στόχος ελεύθερων σκοπευτών που εκπληρώνουν συμβόλαιο θανάτου. Το πέταλο της Λεωφόρου ήθελε να τον παρενοχλήσει, να τον αποπροσανατολίσει. Οι εκκωφαντικές αποδοκιμασίες που στριμώχνονταν στα δευτερόλεπτα πριν από την εκτέλεση του πέναλτι είχαν σκοπό να τον αποσυντονίσουν. Στο τέλος να τον εξοντώσουν πνευματικά, να τον σπάσουν.

Το παγωμένο πλην διαπεραστικό βλέμμα από τ’ ανοιχτόχρωμα μάτια του δεν έχασε ούτε μοίρα από το σημείο εστίασης. Οι κόρες τους είχαν διασταλεί από τη λάβα της στιγμής. Το αίμα του όμως κρύσταλλο. Το ψύχραιμο και καίριο χτύπημα έστειλε τον γκολκίπερ Μπρινιόλι από την άλλη πλευρά και τον ΠΑΟΚ στο 2-1, προτού λίγα λεπτά αργότερα, μ’ ένα άπιαστο φάουλ, (ο ίδιος) χαρίσει πομπώδη χαρακτήρα στη νίκη επί του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο.

Η ενστικτώδης αντίδραση του Γιασμίν Κούρτιτς στους άηχους πανηγυρισμούς ήταν να σφραγίσει τ’ αυτιά με τον δείκτη των χεριών του. Ταυτόχρονα. Δεν άκουγε, δεν μιλούσε. Άγαλμα. Ένας πρωταγωνιστής βωβού κινηματογράφου. Ασπρόμαυρου. Μόνο έβλεπε. Και ένιωθε. Τα σωθικά του κόχλαζαν, είχε φτάσει πια σε σημείο βρασμού. Εκτός από τρέλα στο μυαλό, ο Σλοβένος χαφ σέρνει μαζί του μια αταλάντευτη νοοτροπία αθόρυβης επιβολής των ποδοσφαιρικών επιθυμιών του.

Για 3,5 χρόνια ζούσε δύο ζωές

Από νωρίς ήξερε ξεκάθαρα τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Έτσι δεν άφησε την απότομη ενηλικίωσή του, αυτή τη στυγνή μετάβαση από την παιδικότητα, να τον εγκλωβίσει δια παντός στη “μαύρη τρύπα” που γεννούν από τα σπλάχνα τους από τη μία η ανάγκη για επιβίωση και από την άλλη η ασίγαστη αμφισβήτηση.

Ο Κούρτιτς γεννήθηκε τη δέκατη ημέρα του 1989. Ήταν Τρίτη και η (προϊστορική) πόλη Τσέρνομελ της επαρχίας Μπέλα Κράινα ανήκε ακόμη στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Σήμερα, με λιγότερους από 6.000 μόνιμους κατοίκους, αποτελεί κομμάτι του νοτιότερου άκρου της γειτνίασης με την Κροατία.

Όχι, δεν ήταν (κι αυτός) ένα παιδί του πολέμου. Ίσως οι διαπεραστικές κόρνες των συναγερμών έφταναν μέχρι τη γειτονιά του. Δεδομένα οι ρουκέτες έσκαγαν μερικά χιλιόμετρα παραδίπλα, μια και στο Κάρλοβατς ή στο Ζάγκρεμπ πηγαίνεις… περπατώντας. Πιθανόν η μυρωδιά του φρέσκου αίματος από τα θύματα του πολέμου ταξίδευε με τον στυφό εμφυλιακό αέρα.

Προτού καν ενηλικιωθεί και ως τα 20 του ο Σλοβένος ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει για να συντηρείται οικονομικά και να βοηθά στον προϋπολογισμό του σπιτιού. Ο πατέρας του ήταν ανθρακωρύχος (όπως και ο μετανάστης στην περιοχή) και δεν έβγαζε πολλά, η μάνα και η αδερφή ήταν πίσω στο σπίτι. Το ποδόσφαιρο δεν του προσέφερε όσα είχα ανάγκη για να σταθεί στη ζωή και η επιλογή ήταν μία.

Κάθε πρωί θυμάμαι ότι έπρεπε να ξυπνήσω στις 5:30, γιατί δούλευα στις 6:00“, έχει πει σε συνέντευξή του. Από το 2007 είχε υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο με την τοπική ομάδα (Μπέλα Κράινα), αλλά γρήγορα αντιλήφθηκε πως δεν ήταν όλα ονειρικά. “Εκείνη η εποχή η κατάσταση στον σύλλογο ήταν καταστροφική”. Αυτό είχε ως συνέπεια “για πέντε μ’ έξι μήνες να μην πληρωθώ καθόλου“. Κάπως δηλαδή έπρεπε να… τραφεί. “Ευτυχώς που είχα κρατήσει την άλλη δουλειά, έπαιρνα κάποια χρήματα και μπορούσα να βοηθήσω την οικογένειά μου“.

Το χέρι που έτρεμε, αλλά δεν εγκατέλειψε

Ήταν μια σκληρή δουλειά σε εταιρία αυστριακών συμφερόντων που απαιτούσε σωματική καταπόνηση. Είχε αποφοιτήσει από τεχνικό λύκειο με τη βασική γνώση ενός μηχανολόγου και άμεσα πέρασε στην αγορά εργασίας. Χωρίς επιλογή. “Μερικές φορές ήμουν τόσο κουρασμένος που το χέρι μου έτρεμε ενόσω κρατούσε ένα ποτήρι νερό. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί. Ήμουν τόσο εξουθενωμένος που μπορούσα να κοιμηθώ οπουδήποτε“.

Θα ήταν δικαιολογημένος, αν υπό αυτές τις συνθήκες εγκατέλειπε το όνειρο μιας καριέρας στο ποδόσφαιρο. Ούτως ή άλλως είχε ακούσει πολλές φορές πως “δεν θα φύγω ποτέ για έναν καλύτερο σύλλογο“, ότι δεν κάνει και είναι προτιμότερο να μην σπαταλά τον χρόνο του. Φωνή βοώντος. Πίστευε ότι “το ποδοσφαιρικό ταλέντο μου θα βγει” και συνδύασε τις δύο ζωές του.

Δεν άφησε μέρα που να χάσει προπόνηση. Δούλευε 6 το πρωί με 2 το μεσημέρι και “είχα 1,5 ώρα για το φαγητό” προτού αλλάξει και φύγει για το γήπεδο. Ενεργοποίησε κάθε αντίσταση του μυαλού, το σώμα του ήταν νέο και άντεξε. Έχει παραδεχθεί ότι οι προϊστάμενοί του ήταν ανεκτικοί τα Σάββατα που είχε βάρδια, καθώς “με άφηναν να φεύγω νωρίτερα για να παίξω στους αγώνες και τους είμαι ευγνώμων“.

Πρέπει να είμαι αλαζονικός

Η έμπρακτη ανταμοιβή ήρθε το καλοκαίρι του 2010. Του αρέσει να λέει, άλλωστε, πως “αν επιμένεις σε κάτι, αργά ή γρήγορα θ’ αποφέρει καρπούς“. Στα 21 του ήταν όταν εμφανίστηκε η Γκόριτσα. “Έλεγα στον εαυτό μου ότι θέλω να φύγω από την Μπέλα Κράινα. Ότι θα γίνω καλός ποδοσφαιριστής και θα φύγω από τη Σλοβενία“. Πριν συμπληρωθούν 5 μήνες ανήκε ήδη στο δυναμικό της ιταλικής Παλέρμο. Αρκούσαν 17 ματς για να τον εντοπίσουν οι άνθρωποι των ροζανέρο από τη Σικελία και να πεισθούν ότι αξίζει να επενδύσουν πάνω του. “Από την Γκόριτσα μου φέρθηκαν δίκαια. Θα μπορούσαν εύκολα ν’ απορρίψουν την πρόταση, αλλά έλαβαν υπ’ όψιν τη θέλησή μου“.

Η πορεία του Κούρτιτς είχε μπει σε ράγες. Αρχικά έπαιξε δανεικός στη Βαρέζε, έφυγε για τη Σασουόλο, δοκίμασε τις δυνάμεις του σε Τορίνο και Φιορεντίνα, εντάχθηκε στην Αταλάντα, αγωνίστηκε με τη φανέλα της ΣΠΑΛ και της Πάρμα, έγινε διεθνής με την εθνική Σλοβενίας (σκοράροντας στο ντεμπούτο του απέναντι στην Εθνική Ελλάδας). Μόνο στη Serie A μέτρησε 289 συμμετοχές, πέτυχε 29 γκολ και συμμετείχε ενεργά σε άλλα 16 των συμπαικτών του. Το καλοκαίρι του 2021 ο Ραζβάν Λουτσέσκου τον κύκλωσε ως επιλογή και στα 32 του τον έφερε στην Τούμπα για να εμπλουτίσει με ποιότητα τον ελλιπή άξονα του ΠΑΟΚ. Όχι τυχαία, αφού εξελίσσεται στον Μίστερ Απαραίτητο.

Την Κυριακή στη Λεωφόρο, όντας ο πρωταγωνιστής, έκλεισε άλλη μια φορά τ’ αυτιά του στον περίγυρο. Εκ των υστέρων ισχυρίστηκε πως δεν είχε σκοπό να προσβάλει τον οποιονδήποτε. Ήταν αντίδραση της στιγμής για ένα γκολ που όριζε τη μοίρα ενός ντέρμπι. Δεν έχει αρνηθεί παρόλα αυτά στο παρελθόν πως “πρέπει να είμαι αλαζονικός, πρέπει να έχω δυνατό χαρακτήρα, πρέπει να αποδεικνύω στον εαυτό μου πράγματα“.

Δεν τον ένοιαξε ποτέ η (αυστηρή) κριτική που ενίοτε δεχόταν. Την άφηνε στην άκρη, την αγνοούσε επιδεικτικά. “Δεν ασχολούμαι, δεν συντρέχει λόγος να πάρεις εκδίκηση από κάποιον“. Σε φιλικό παιχνίδι της Σλοβενίας με τη Β.Μακεδονία, πριν από 9 χρόνια (14/11/2012), είχε αστοχήσει σε πέναλτι που έπρεπε ιεραρχικά να εκτελέσει ο Μάταβτζ. Τον… έστησαν στον τοίχο. “Οι δημοσιογράφοι έχουν πάντα τη δική τους άποψη και είναι επικριτικοί με όλους“. Την Κυριακή ο Κούρτιτς ευστόχησε και αποθεώθηκε.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την πηγή της είδησης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ