Ασφαλιστικό: Εργαζόμενοι με το 70% της σύνταξης-Τα «κίνητρα» του νέου Νόμου

Όσα πρέπει να ξέρετε για την ευχέρεια της συνέχισης της εργασίας με την λήψη του 70% της (κύριας και επικουρικής) σύνταξης.

Η απασχόληση του συνταξιούχου μοιάζει όλο και πιο ελκυστική επιλογή εν μέσω οικονομική δυσπραγίας, έστω και εάν αυτή η τακτική θεωρείται κίνητρο για την αυξημένη ανεργία (των νέων).
Ιδιαίτερα η συνέχιση της εργασίας μετά την λήψη της σύνταξης και όχι πάντα ως αναζήτηση (άλλης) εργασίας μετά την παραίτηση και συνταξιοδότηση. Κατ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται μια μάλλον ομαλή και οικονομικά σημαντική συνέχεια για την κάλυψη των βασικών αναγκών, καθώς δεν καλύπτει πάντα τις αυξημένες ανάγκες το (χαμηλό) επίπεδο της σύνταξης.

Η ευχέρεια της συνέχισης της εργασίας με την λήψη του 70% της (κύριας και επικουρικής) σύνταξης ουσιαστικά δόθηκε με τον νόμο 4670/20, ενώ προηγουμένως ήταν απογοητευτικά χαμηλό τα ποσοστό σύνταξης που ελάμβανε ο εργαζόμενος συνταξιούχος (40%). Κυρίως δε είναι σημαντική η αλλαγή που έγινε στον δημόσιο τομέα (υπηρεσίες του δημοσίου, αλλά και οργανισμοί και επιχειρήσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα με συμμετοχή άνω του 50% του κρατικού τομέα). Υπό την προϋπόθεση συμπλήρωσης του 61ο έτους και του 62ου από τον Μάρτιο του 2022 και στο εξής.

Βεβαίως, με την συνέχιση της εργασίας δεν είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη (ιδιώτη ή Δημόσιο Τομέα) η καταβολή του εφάπαξ (15.000 ευρώ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφάπαξ από το Ταμείο Πρόνοιας των δημοσίων υπαλλήλων και το 50% της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σον ιδιωτικό τομέα).

Έτσι λοιπόν οι νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης δεν συνοδεύονται υποχρεωτικά από την «παραίτηση» για την έκδοση της σύνταξης. Και αυτομάτως ο συνταξιούχος-εργαζόμενος εκτός του μισθού απολαμβάνει και το 70% της σύνταξης. Όταν δε αποχωρήσει οριστικά από την ενεργό δράση, τότε θα λάβει και προσαύξηση σύναξη για τα έτη που συνέχισε να εργάζεται (ως συνταξιούχος).

Η δυνατότητα αυτή είναι άκρως σημαντική:

α/Για όσους είχαν υψηλές αποδοχές έως το 2010-11 και ακόλουθος, λόγω μνημονίων, υπήρξαν μειώσεις στις αμοιβές. Σε αυτή την περίπτωση τυχόν συνέχιση της απασχόλησης (σ.σ. στην περίπτωση που έχουν συμπληρωθεί τα προβλεπόμενα όρια ηλικίας για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ΕΦΚΑ), οδηγεί σε μείωση του συντάξιμου μισθού (μέσος όρος αποδοχών από το 2002 μέχρι την ημέρα κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης) επί του οποίου υπολογίζεται το ποσοστό αναπλήρωσης (π.χ. 50% για 40 έτη ασφάλισης). Με αυτόν τον τρόπο και το εισόδημα διασφαλίζεται, εάν δεν βελτιώνεται κιόλας, ενώ από την άλλη κατοχυρώνεται ένας πιο υψηλός συντάξιμος μισθός παράλληλα με μια πιο ικανοποιητική σύνταξη για την συνέχεια.

β/Για τους ελευθερίους επαγγελματίες που έχουν συμπλήρωση τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (62 ετών και 40 χρόνια ασφαλής), αλλά δεν έβγαιναν έως τώρα στη σύνταξη καθώς δεν ήθελαν να αποσυρθούν ή δεν είχαν πού να κληροδοτήσουν την επιχείρηση ή την επαγγελματική δραστηριότητα (σε κάποιο μέλος της οικογένειάς τους).

Βεβαίως το θέμα έχει πάρει σημαντικές διαστάσεις στον δημόσιο τομέα όπου οι υπάλληλοι συνταξιοδοτούνται σε πολλές περιπτώσεις και συνεχίζουν να απασχολούνται. Ενώ εάν υπήρχε η υποχρέωση παραίτησης για την λήψη της σύνταξης (ίσχυε μέχρι το 2019), ακολούθως δεν υφίστατο απασχόληση. Γιατί δεν προβλέπεται διαδικασία πρόσληψης συνταξιούχου στο δημόσιο. Εκτός από την κατηγορία των «Ειδικών Συμβούλων» που κατά κόρον εντάσσει στο δημόσιο η κυβέρνηση και τα περίπου 70 άτομα που έχουν επανενταχθεί τον ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) προκειμένου να βοηθήσουν στην έκδοση των συντάξεων (εκκαθάριση των εκκρεμών αιτήσεων).

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την πηγή της είδησης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ