Κορωνοϊός: Ο Ζαν Κατρεμέρ αναλύει γιατί η στρατηγική εμβολιασμού της ΕΕ αποδίδει καλύτερα από αυτή της Βρετανίας

Ο Γάλλος δημοσιογράφος Ζαν Κατρεμέρ, ανταποκριτής της εφημερίδας «Liberation» από τις Βρυξέλλες, αναλύει σε άρθρο του στον «Guardian» γιατί η κοινή στρατηγική εμβολιασμού της ΕΕ δεν είναι σε καμία περίπτωση φιάσκο, και αποδίδει πολύ καλύτερα από αυτήν του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εκστρατεία εμβολιασμού κατά του νέου κορωνοϊού μοιάζει να είναι καλύτερη διαφήμιση για το Brexit απ’ όσο θα ονειρεύονταν και οι υπέρμαχοί του, σημειώνει ο Κατρεμέρ. Δεν αποδεικνύει η προσφάτως απελευθερωμένη από τα δεσμά της ΕΕ Βρετανία για πόσα πράγματα είναι ικανή;

Οι αριθμοί μοιάζουν να μιλάνε μόνοι τους: το εμβόλιο έχει ήδη χορηγηθεί στο 19% του πληθυσμού της Βρετανίας, σε σύγκριση με το 1,5% του πληθυσμού της ΕΕ. Η Μάλτα, που βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ένωσης, δεν έχει ακόμη ξεπεράσει το 8%.

Κι όμως, η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη, και σίγουρα δεν απεικονίζει μια θεαματική νίκη της Βρετανίας.

Είναι αλήθεια ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε τους εμβολιασμούς έναν μήνα νωρίτερα από την ΕΕ, εγκρίνοντας το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech στις αρχές Δεκεμβρίου, και στο τέλος του ίδιου μήνα το εμβόλιο της AstraZeneca. Ωστόσο, υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τους όρους των φαρμακοβιομηχανιών, πληρώνοντας υψηλότερη τιμή ανά δόση του εμβολίου και απαλλάσσοντας τις εταιρείες από οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση παρενεργειών.

Η «επιτυχία» της Βρετανίας είναι στην πραγματικότητα μια ψευδαίσθηση

Όμως, τονίζει ο Γάλλος δημοσιογράφος, η «επιτυχία» της Βρετανίας είναι στην πραγματικότητα μια ψευδαίσθηση: για να είναι πλήρως αποτελεσματικό, το εμβόλιο απαιτεί δύο δόσεις. Και μόνο το 0,80% του βρετανικού πληθυσμού έχει λάβει και τις δύο δόσεις, ποσοστό μικρότερο από αυτό της Γαλλίας (0,92%) και πολύ μικρότερο από αυτό της Δανίας, που έχει εμβολιάσει πλήρως το 2,87% του πληθυσμού της.

Πάνω απ’ όλα, η επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος μεταξύ των δύο δόσεων που εφαρμόζει η Βρετανία ενέχει κινδύνους. Κι έτσι ο θρίαμβος της Βρετανίας του Brexit δεν φαντάζει και τόσο μεγάλος, παρόλο που ο ρυθμός των εμβολιασμών -τον οποίο διαχειρίζονται τα εθνικά υπουργεία υγείας και όχι η ΕΕ- είναι αποτελεσματικότερος στη Βρετανία σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Η ΕΕ δεν έχει και δεν θα έχει ποτέ την ευελιξία ενός κράτους

Η ΕΕ δεν έχει και δεν θα έχει ποτέ την ευελιξία ενός κράτους: δεν είναι ούτε καν μια ομοσπονδία, αλλά μια απλή ένωση, η οποία διαθέτει μόνο τις εξουσίες που τα κράτη-μέλη της είναι διατεθειμένα να της παραχωρήσουν. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ΕΕ δεν διέθετε καμία προηγούμενη εμπειρία στη διαχείριση της δημόσιας υγείας πριν από την κρίση της πανδημίας και χρειάστηκε μια μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού για την εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής προκειμένου να αποφευχθεί η τραγική κατάσταση του Μαρτίου, όπου τα κράτη-μέλη ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την απόκτηση μασκών και ιατρικού εξοπλισμού.

Ωστόσο, όσον αφορά τα εμβόλια, τα 27 κράτη συμφώνησαν πολύ νωρίς, υπό την ηγεσία του Βερολίνου και του Παρισιού, να προχωρήσουν σε κοινές παραγγελίες, ώστε να έχουν όλοι πρόσβαση στα εμβόλια, αναλογικά με τον πληθυσμό τους, και, κυρίως, τους ίδιους όρους αγοράς.

Η κοινή στρατηγική υιοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2020, μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε να διαπραγματευτεί τα συμβόλαια με τις εταιρείες που ανέπτυσσαν τα πιο ελπιδοφόρα εμβόλια, μια που κανένα δεν ήταν ακόμη έτοιμο.

Οι όροι που έθεσε η Κομισιόν ήταν η μη απαλλαγή των εταιρειών από τις ευθύνες τους σε περίπτωση παρενεργειών, η ύπαρξη γραμμών παραγωγής σε ευρωπαϊκό έδαφος -απαραίτητη πρόνοια σε μια εποχή που τα σύνορα κάθε τόσο κλείνουν προσωρινά- και, τέλος, λογικές τιμές. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία, ο Καναδάς ή το Ισραήλ (που επιπλέον συμφώνησε να παραχωρήσει τα δεδομένα των εμβολιαζόμενων στις φαρμακευτικές εταιρείες) δεν επέβαλαν όλες αυτές τις προϋποθέσεις.

Από τα 160 εργαστήρια που επιδίωξαν να κλείσουν συμφωνίες με την ΕΕ, έξι υπέγραψαν συμβόλαια, για ένα σύνολο 2,3 δισ. δόσεων. Από αυτά τα έξι εμβόλια, τρία έλαβαν έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, που αφιέρωσε τον απαιτούμενο χρόνο για να επιβεβαιώσει την ασφάλειά τους, ενώ αναμένεται να εγκριθούν άλλα δύο.

Φυσικά, η Γερμανία ή η Γαλλία από μόνες τους, όπως έκανε και η Βρετανία, θα κατάφερναν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα γι’ αυτές εμβόλια, σίγουρα όμως με δυσμενέστερους όρους, ενώ οι μικρότερες χώρες θα αντιμετώπιζαν σημαντικές δυσκολίες.

Θα μπορούσε η ΕΕ να έχει κινηθεί με μεγαλύτερη ταχύτητα; Ασφαλώς, αλλά θα έπρεπε να προχωρήσει και σε μεγαλύτερες παραχωρήσεις προς τις φαρμακευτικές εταιρείες, κάτι για το οποίο σίγουρα θα δεχόταν κριτική.

Παρομοίως, δεν έχει νόημα να κατηγορεί κανείς τις Βρυξέλλες για προβλήματα που επί της ουσίας έχουν να κάνουν με την παραγωγή: η παραγωγή εξαρτάται από τις εταιρείες, οι οποίες, με τη σειρά τους, ποτέ δεν είχε χρειαστεί να παραδώσουν έναν τέτοιο όγκο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Το να μιλάμε λοιπόν για «φιάσκο» γύρω από την κοινή πολιτική της ΕΕ για τα εμβόλια, σχολιάζει ο Ζαν Κατρεμέρ, είναι κάτι που δεν έχει καμία βάση.

Οσο για το υποτιθέμενο προβάδισμα της Βρετανίας, καταλήγει ο Γάλλος δημοσιογράφος, όταν τελειώσει η πανδημία θα μπορέσουμε να κρίνουμε ποιος τα πήγε καλύτερα.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την πηγή της είδησης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ