Ένας χρόνος κορονοϊός ή αλλιώς «ο χρόνος της Μαρμότας»: Πώς θα είμαστε μετά; Κύριο

Το μεσημέρι της 26ης Φεβρουαρίου του 2020 ανακοινώθηκε το πρώτο κρούσμα κορονοϊού στη χώρα μας. Ήταν το καμπανάκι στην κούρσα της COVID-19 και για την Ελλάδα. Δεν έχει περάσει ούτε μια από τις προηγούμενες 365 μέρες που να μην ακούσαμε τη λέξη «κορονοϊός». Οι εξελίξεις έκτοτε ήταν ραγδαίες και ο καθένας βίωσε ίσως διαφορετικά αλλά το ίδιο πολύ δύσκολα τις αλλαγές και τους περιορισμούς που εισέβαλαν στις ζωές μας.

«Θα κάτσω σπίτι» είπαμε στις 23 Μαρτίου 2020 -χωρίς να ξέρουμε μέχρι πότε- και όταν την 4η Μαΐου δόθηκε το σήμα για να βγούμε επιτέλους από τα σπίτια μας χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να δηλώσουμε με ένα SMS τον λόγο που κυκλοφορούμε έξω, νομίζαμε ότι όλα έχουν τελειώσει. Ότι τα δύσκολα τα είχαμε αφήσει πίσω και ότι τα καταφέραμε. (Αλήθεια, νιώσατε και εσείς το ίδιο σαστισμένοι τον περασμένο Οκτώβριο, όταν άρχισαν όλα να επαναλαμβάνονται σαν ένα κακόγουστο αστείο;)

Όμως, το δεύτερο μέρος μάς επιφύλασσε χειρότερα. Πιο πολλοί νεκροί, ακόμα περισσότεροι νοσούντες, η κοινωνία και η οικονομία καταρρακωμένες, εκατοντάδες χιλιάδες να ζουν με ένα επίδομα της τάξης των 534 ευρώ. Όλοι χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα για το αύριο, όλοι σε παύση, σε μακρά παρατεταμένη παύση.

Έτσι, ακριβώς 12 μήνες μετά, σκεφτήκαμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε μεγαλύτερη αναδρομή στα όσα περάσαμε μέχρι σήμερα, ούτε να επιχειρήσουμε να δώσουμε μια απάντηση στο επίμονο ερώτημα «πότε θα τελειώσει ο κορονοϊός (ή το lockdown);». Αλλά ότι θα ήταν πιο χρήσιμο να αναζητήσουμε τι θα έρθει μετά – όποτε έρθει αυτό το «μετά». Πώς θα είμαστε «μετά»; Τι θα έχουμε μάθει «μετά»; Η ζωή θα συνεχιστεί «μετά» από εκεί που την αφήσαμε σαν μην έγινε ποτέ τίποτα;

Για αυτά τα «μετά» -αλλά και για λίγα «πριν»- μιλά στο iEidiseis ο διευθυντής του Τομέα Φιλοσοφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνης Χατζημωυσής.

«Αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να κρατήσουμε»

«Μόνο ως μέλη μιας οργανωμένης πολιτείας -δηλαδή ως πολίτες με αίσθηση προσωπικής ευθύνης και αίσθημα ευρείας αλληλεγγύης- μπορούμε να ανταποκριθούμε επιτυχημένα σε τρέχοντες και αναδυόμενους κινδύνους για τη φυσική και ψυχική μας υγεία» είναι το «μάθημα» που πρέπει να κρατήσουμε την επόμενη μέρα του κορονοϊού, σύμφωνα με τον καθηγητή.

«Η μελλοντολογία είναι κακός σύμβουλος ενώπιον πρωτόγνωρων εμπειριών»

Την ιστορική γνώση και τη δημόσια διαβούλευση προτάσει ο Αντώνης Χατζημωυσής, ως τους «συμμάχους μας στην χάραξη μιας επιτυχημένης εξόδου από την τρέχουσα κρίση». «Η μελλοντολογία είναι κακός σύμβουλος ενώπιον πρωτόγνωρων εμπειριών» σχολιάζει. Και εξηγεί πιο αναλυτικά:

«Η ιστορική έρευνα για το πώς η ανθρωπότητα βίωσε παρόμοιες πανδημίες στο απώτερο (από τον 14ο αιώνα ως και τις αρχές του 20ου) ή το εγγύτερο παρελθόν (λόγω SARAS-covid1 to 2003, και MERS το 2012), μπορεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε απροκατάληπτα τις θετικές και αρνητικές πτυχές της παρούσας κατάστασης, και να συμβάλει στην ενίσχυση της πρόληψης (όπως επιχειρεί το εξαιρετικά σημαντικό πιλοτικό πρόγραμμα του Παγκόσμιου Ανοσολογικού Παρατηρητήριου στο Harvard) έναντι φαινομένων που εγκυμονεί η ανεξέλεγκτη δράση νοσογόνων ιών, ιδίως σε χώρες του τρίτου κόσμου οι υγειονομικές δομές των οποίων χρήζουν άμεσα της συνδρομής της παγκόσμιας κοινότητας».

«Η δημόσια διαβούλευση είναι το έτερο σκέλος μιας ορθολογικής πορείας για την επόμενη μέρα, εφόσον βέβαια, πληροί κάποιους βασικούς όρους: εκκινά από τα δεδομένα που μας παρέχει η επιστημονική κοινότητα, λαμβάνει υπόψη της όλες τις πληττόμενες κοινωνικές ομάδες -και όχι μόνο αυτές που χαίρουν ήδη προστασίας ή προνομίων αλλά μονοπωλούν τα φώτα της δημοσιότητας-, και είναι ανοικτή σε νέες ιδέες για το πώς, ως κοινωνία, μπορούμε να μεταφράσουμε την παρούσα, πολύ δύσκολη, εμπειρία, σε ανάκτηση κάποιων βασικών αξιών πολιτικού πολιτισμού και κριτικής σκέψης».

«Γνωρίσαμε τις δυνατότητες και τα όριά μας»

Μέσα στην πανδημία αποκτήσαμε όχι μόνο τη «γνώση των δυνατοτήτων και των ορίων μας», αλλά και «τη συνειδητοποίηση πως τα σημαντικότερα όρια είναι αυτά που θέτουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας» επισημαίνει ο ίδιος, αναφορικά με τους περιορισμούς που έχουν δεχτεί οι πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Για την κριτική ωστόσο που ασκείται για τα μέτρα που έχουν επιβληθεί σημειώνει: «Η έλλογη κριτική σε επιμέρους πτυχές των περιοριστικών μέτρων είναι απολύτως θεμιτή, στο μέτρο που συμβάλλει στη διαρκή βελτίωση της κατάστασης, ιδίως όσων χρήζουν μεγαλύτερης μέριμνας -οικονομικής, κοινωνικής, ψυχολογική».

Και υπογραμμίζει: 

«Η προσχηματική ή ανακόλουθη επιβολή περιοριστικών μέτρων, δίχως επαρκή ενημέρωση και αιτιολόγηση, ή την απαραίτητη στήριξη των ασθενέστερων ομάδων, όπως συνέβη σε ακραίο βαθμό στην Βραζιλία, μα και σε άλλες χώρες με λαϊκιστικές, αυταρχικές ηγεσίες, είχε καταστροφικές συνέπειες τόσο σε επίπεδο κρουσμάτων όσο και για τη διάβρωση του κοινωνικού ιστού. Τον περασμένο Φεβρουάριο, η Ευρώπη φάνηκε ότι άργησε για λίγες, αλλά κρίσιμες, εβδομάδες να χαράξει μια συντονισμένη πολιτική αντιμετώπισης της πανδημίας, με αποτέλεσμα οι διακρατικές διαφορές στο μίγμα μέτρων περιορισμού κινήσεων αρχικά να επιδεινώσουν το πρόβλημα, ενισχύοντας σε εθνικό επίπεδο τις συνωμοσιολογικές φωνές άρνησης του ιού, και της παρότρυνσης παραβίασης των μέτρων προστασίας για τη δημόσια υγεία. Η σοβαρότητα που επέδειξαν οι αρμόδιοι φορείς, τόσο στη χώρα μας, όσο και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, απέτρεψε τα χειρότερα».

Οι κυβερνήσεις ή οι επιστήμονες θα μας βγάλουν τελικά από την κρίση;

Παρότι τους πρώτους μήνες της υγιεινομικής κρίσης, οι πολίτες ακολουθούσαν ευλαβικά τις συστάσεις των επιστημόνων, πλέον εντοπίζεται μια δυσφορία απέναντί τους. Ο κ. Χατζημωυσής τοποθετείται για τη σχέση κυβερνητικής πολιτικής και επιστημονικής έρευνας και στο ερώτημα «ποιος είναι αρμόδιος να οδηγήσει μια κοινωνία έξω από την υγειονομική κρίση, οι πολιτικοί ή οι επιστήμονες;», η απάντηση που δίνει ο κ. Χατζημωυσής είναι: «Οι πολιτικοί, βασιζόμενοι στα πορίσματα και τις οδηγίες των επιστημόνων».

Αναλύοντας το σκεπτικό του, φέρνει ως δύο αρνητικά παραδείγματα τη Βρετανία και τις ΗΠΑ και τονίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: 

«Η πανδημία είχε σε κοινωνικό επίπεδο μια σημαντική γνωσιολογική συνέπεια: την εδραίωση του επιστημονικού ρεαλισμού, της άποψης δηλαδή ότι η επιστήμη προοδεύει επειδή επιτυγχάνει να εξηγήσει τι συμβαίνει, να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί, και να προτείνει πρακτικούς και πραγματοποιήσιμους τρόπους αντιμετώπισης νοσογόνων δραστών όπως ο κορονοϊός, που είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι, δίχως να είναι καν ορατοί δια γυμνού οφθαλμού».

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας αναφέρει πως «είναι ως πολύ σημαντικό ότι στη χώρα μας, όπως και στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, υφίστανται δύο διαφορετικές επιτροπές ειδικών, η μία εκ των οποίων αποτελείται από ειδικούς ερευνητές των βιοιατρικών επιστημών και η οποία συσκέπτεται και αποφασίζει με βάση αποκλειστικώς επιστημονικά κριτήρια, ενώ η άλλη περιλαμβάνει και μέλη των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών».

«Η κοινωνία μας θα ωριμάσει»

Μπροστά στην προσδοκία ότι η πανδημία θα κλείσει σύντομα τον κύκλο της, ο καθηγητής σχολιάζει: «Νομίζω ότι η εμπειρία της πανδημίας θα ενεργοποιήσει διαδικασίες που θα βοηθήσουν την ωρίμανση της κοινωνίας μας. Ας μην αγνοήσουμε όμως τις βραδυφλεγείς συνέπειες σε προσωπικό επίπεδο όσων βιώνουν την τρέχουσα κατάσταση ως πηγή σοβαρών προβλημάτων σε ψυχονοητικό επίπεδο – είμαστε άλλωστε μια χώρα με ελάχιστη μέριμνα για την ορθή και έγκαιρη αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας».

Εμβολιαστικός εθνικισμός, ο κίνδυνος της επόμενης μέρας 

Για το τέλος, αφήσαμε το ζήτημα του «εμβολιαστικού εθνικισμού» που ίσως τελικά να αναιρέσει και όλη τη συζήτηση για τα διδάγματα που πήραμε από τον κορονοϊό. Πρόσφατα, ο ΠΟΥ αναφέρθηκε στο θέμα, λέγοντας μάλιστα πως «η συσσώρευση εμβολίων στις πλούσιες χώρες τροφοδοτεί την πανδημία» και έκανε λόγο για «καταστροφική ηθική αποτυχία». Ο κ. Χατζημωυσής χαρακτηρίζει το πρόβλημα αυτό ως «εξαιρετικά σοβαρό», «το οποίο», όπως λέει, «χρήζει άμεσης και συντεταγμένης αντιμετώπισης».

Ποιες είναι οι λύσεις; Σύμφωνα με τον ίδιο, διαφαίνονται οι εξής: η ενίσχυση του προγράμματος COVAX, ο οποίος έχει σκοπό να εγγυηθεί 2 δισ. δόσεις εμβολίων μέσα στο 2021 ώστε να ανοσοποιηθούν οι πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού των φτωχότερων χωρών, υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

«Η έτερη στρατηγική είναι να ενεργοποιηθεί η διεθνής επιστημονική πλατφόρμα C-TAP (Covid-19 Techonolgoy Access Pool), η οποία θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη δεξαμενή γνώσεων για την ελεύθερη πρόσβαση στην τεχνολογία για την καταπολέμηση της πανδημίας, αίροντας ουσιαστικα τα εμπόδια στην ταχεία, χαμηλού κόστους, παραγωγή εμβολίων τα οποία θα μπορούν να διοχετευθούν υπό την επίβλεψη του ΠΟΥ απευθείας σε φτωχότερες χώρες.
Η πρώτη οδός φαίνεται να είναι προς το παρόν η μόνη που έχει πιθανότητες επιτυχίας, καθώς ήδη σε μεγάλο βαθμό ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, και σε μικρότερο βαθμό κάποιοι ομόλογοί του στην Ευρώπη έχουν δεσμεύσει σοβαρά ποσά για την αγορά εμβολίων που θα δοθούν σε Αφρικανικές χώρες» υπογραμμίζει επίσης.

Καταλήγοντας, επισημαίνει: «Η επιτυχία όμως τέτοιων προγραμμάτων εξαρτάται και από την επαρκή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών των προηγμένων χωρών, για τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει για το σύνολο της ανθρωπότητας η απουσία μιας πολιτικής υγείας που θα σέβεται βασικές αρχές διεθνούς δικαίου και ανθρώπινης αλληλεγγύης».

* Ο Αντώνης Χατζημωυσής δίδαξε φιλοσοφία στο University College London (UCL), και στο Massachusetts Institute of Technology (MIT). Είναι Διευθυντής του Τομέα Φιλοσοφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έργα του: Philosophy and the Emotions (Cambridge University Press, 2003), The Philosophy of Sartre (Routledge, 2010), Self-Knowledge (Oxford University Press, 2011), Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία (Πατάκης, 2020).

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την πηγή της είδησης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ