Δίκη για το Μάτι: «Πτώματα σε κατάσταση Πομπηίας» – Συγκλονιστική μαρτυρία

Με τέσσερις λέξεις περιέγραψε μία ακόμη μάρτυρας στο δικαστήριο, όσα έζησε στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Η Ευανθία Σιδερη, η οποία έχασε τη μητέρα και τον σύζυγο της στη φωτιά, περιέγραψε την κόλαση!

Νωρίτερα, ο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης Θρασύβουλος Κονταξής, που παράλληλα είναι και συνήγορος υπεράσπισης του Πατέρα Αντωνίου της Κιβωτού του Κόσμου, κατηγόρησε το δικαστήριο για «δικονομική εκτροπή», επειδή ανέχτηκε όπως είπε, στη δικαστική αίθουσα, τις φωτογραφίες νεκρών της πυρκαγιάς στο Μάτι.

«Κλονίζεται η αμεροληψία σας έναντι των κατηγορουμένων», είπε ο κ. Κονταξής. «Δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Το δικαστήριο δεν ήταν ψύχραιμο και απαθές. Θα ενημερώσω την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τα αρμόδια όργανα. Ζήτω να δηλώσετε αυτοεξαίρεση. Έχετε εγγράψει υποθήκη, για αγωγή κακοδικίας. Δεν είμαστε στα λαϊκά δικαστήρια της Τεχεράνης. Να δηλώσει το δικαστήριο αποχή και αυτοεξαίρεση», επέμεινε ο συνήγορος Θρασύβουλος Κονταξής.

Αιφνιδιασμένη η Πρόεδρος, δήλωσε την έκπληξη της:

Πρόεδρος: Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται όλο αυτό. Αυτό έγινε εχθές. Σήμερα δεν έγινε κάτι.

Κονταξής: Και τι με αυτό; Δεν καταλαβαίνω γιατί έγινε όλο αυτό χθες.

Πρόεδρος: Δόθηκε η αίσθηση ότι, μεροληπτεί το δικαστήριο;

Κονταξής: Ο ορισμός της αίσθησης αυτής.

Το δικαστήριο διέκοψε για λίγο και όταν επέστρεψε η Πρόεδρος ανακοίνωσε: «Ο καθένας από εμάς μπορεί να ασκήσει αμερόληπτα τα καθήκοντα του».

Nωρίτερα, η μάρτυρας Ευανθία Σιδέρη, που μίλησε στην κατάθεση της για «Πομπηία» είπε:

«Γύρω στις έξι παρά βλέπω καπνό. Τρέχω στο κομπιούτερ κλειστό. Είχε κοπεί το ρεύμα. Η κόρη μου μυρίζει καπνό και επειδή είχε μια παλαιότερη εμπειρία παθαίνει κρίση πανικού. «Θα καούμε, θα πεθάνουμε!». Εγώ πάγωσα. Βγαίνουμε έξω. Αυτοκίνητα παντού και κάποιοι παγωμένοι. Έτρεχε μπροστά η κόρη μου η Περσεφόνη, πίσω εγώ και η μητέρα μου και πιο πίσω ο άντρας μου. Κάποια στιγμή τον χάσαμε. Μπήκαμε στο μονοπάτι. Η μαμά μου εκείνη την ώρα μου λέει «δε θα τα καταφέρω, άφησε με». Της λέω πάμε. Φτάνουμε στα σκαλοπατάκια και ξαφνικά η κόρη μου φωνάζει «μαμά καίγεσαι!». Πετάω ρούχα και πέφτω στη θάλασσα, βλέπω δευτερόλεπτα πριν την κόρη μου να αρπάζει τη μάνα μου και να την τραβάει στη θάλασσα. Τις έχασα. Έπεσε μαύρο πέπλο παντού. Βρήκα μια ξέρα και κάθισα. Ουρλιαζα για ώρες. Και που σώθηκα είναι σαν να έχω πεθάνει»!

Με δάκρυα στα μάτια, η κ. Σιδέρη, που δεν έχει ξεπεράσει το σοκ, συνέχισε την κατάθεση της, λέγοντας: «Καμένα μωρά, καμένες μανάδες. Καίγανε τα πάντα. Ήταν ένα πράγμα ασύλληπτο. Ήμασταν μόνοι μας τελείως. Μετά από ώρες ήρθε ένα μεγάλο καΐκι. Να γίνεται χαμός. ‘Τους καμένους πρώτα’ να φωνάζουν. Ήρθε ο άντρας μου κατάμαυρος, μου λέει ‘αγάπη μου’ και λιποθύμησε. Παίρνω την κόρη μου τηλέφωνο, μου λέει δε βρίσκω τη γιαγιά. Άρχισαν να ψάχνω σε ξέρες, μέσα στη θάλασσα. Τα είδα όλα. Πτώματα σε κατάσταση Πομπηίας. Τη χάσαμε τη μητέρα μου και ο άντρας μου μερικούς μήνες μετά κατέρρευσε από αυτό και πέθανε στο νοσοκομείο. Δικαίωση για τη μνήμη της μητέρας μου, του αντρούλη μου, της Χρύσας Σπηλιώτη που ήταν φίλη μου για όλους όσους χάθηκαν άδικα».

Η Μαγδαληνή Τσέκου, που έχασε τον πατέρα της, oποίος «έσβησε» στο νοσοκομείο, άνοιξε τη σημερινή συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την κατάθεση της, στην οποία περιέγραψε στιγμές φρίκης.

Είπε: «Το σπίτι μου βρίσκεται 200 μέτρα από τη λεωφόρο Μαραθώνος. Στις 17.15 βλέπω καπνούς στο πίσω μέρος του βουνού. Σήκωσα τους γονείς μου, ο ουρανός μαύριζε. Κανένα καναλι δε δίνει κάποιο στοιχείο. Στις 17.30 φάνηκε και κόκκινο που σημαίνει ότι υπήρχα φωτιά. Σε κάποιο καναλι βλέπουμε για φωτιά στην Καλλιτεχνούπολη. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός. Έμοιαζε να πηγαίνει Νέα Μάκρη. Η φωτιά δεν περνάει ποτέ τη Μαραθώνος, λέγαμε. Η φωτιά δυναμώνει. Ένα κουκουνάρι περνάει τη Μαραθώνος, ο πατέρας μου φωνάζει ‘φεύγουμε τώρα’. Μαζέψαμε χαρτιά. Είχε κοπεί το ρεύμα. Κάποια στιγμή οι φλόγες έρχονται πιο κοντά. ‘Μπροστά εσύ με τη μαμά κι εγώ από πίσω σας με το αμάξι’ μου λέει. Έχουμε δώσει ραντεβού στη Ραφήνα».

Η μάρτυρας, που κατάφερε να γλυτώσει, όπως και η μητέρα της είπε: «Φεύγω με το αμάξι και τη μητέρα μου. Ο δρόμος είναι γεμάτος φωτιά. Ένας άνθρωπος πηδάει στο καπό του αυτοκινήτου. Τον έβαλα μέσα. Μπροστά μας φωτιά. Μου λέει ‘περνά θα καούμε’ Tου λέω με το αμάξι θα πάρουμε φωτιά. Πήδηξε κι έφυγε με κατεύθυνση στη θάλασσα. Δεν ξέρω τι απέγινε. Εγώ έκανα αναστροφή, βγήκα στο αντίθετο ρεύμα της Μαραθώνος, αρχίζω να καλώ τον πατέρα μου. Δεν το σηκώνει. Κόσμος φωνάζει. ‘Η φωτιά θα σας θάψει, τρέξτε μη μένετε εδώ’. Σε όλη τη διαδρομή δεν έχω δει κανέναν υπεύθυνο. Καμία σειρήνα, καμπάνα, κάτι! Μόνο άνθρωποι φώναζαν. Στη διασταύρωση με τη Ραφήνα, παίρνω ξανά τον πατέρα μου. Δεν το σηκώνει. Συναντιέμαι με την αδελφή μου και λέμε να γυρίσουμε στο λιμάνι της Ραφήνας γιατί ο μπαμπάς μπορεί να πέρασε το δρόμο με τη φωτιά. Φτάσαμε στο λιμάνι ρωτούσαμε για τον πατέρα μας. Κανείς δεν τον έχει δει».

Όπως είπε στη συνέχεια, ένα τηλεφώνημα μιας συγγενούς από το Μεσολόγγι τους έφερε προσωρινή ανακούφιση, καθώς τους ενημέρωσε ότι κάποιος διασώστης σήκωσε το τηλέφωνο του.

Είπε: «Γύρω στις 22.00 πηγαίνουμε προς τον Ευαγγελισμό. Bλέπουμε τον πατέρα μου, να πηγαίνει στην εντατική. Είχε 85% εξωτερικά εγκαύματα και 35% εσωτερικά, ήταν από τις χειρότερες περιπτώσεις. Τον διασωλήνωσαν. Μας είπαν να περιμένουμε. Ο πατέρας μου έφυγε στις 27 Ιουλίου. Από εκείνο το απόγευμα που φύγαμε από το σπίτι, δεν κατάφερα να του ξαναμιλήσω ποτέ. Ο πατέρας μου προσπάθησε να βοηθήσει μια οικογένεια που είχαν ένα ανάπηρο άνθρωπο. Εγκλωβίστηκαν μέσα στο αμάξι, που είχε πάρει φωτιά. Ο πατέρας μου σύρθηκε στο έδαφος. Αυτό συνέβη στις 19.30 και μέχρι τις 21.00 κείτονταν κάτω. Τα ξέρω αυτά γιατί η γειτόνισσα κατάφερε να επιβιώσει και έδωσε συνέντευξη και τα έμαθα. Ο ανάπηρος σύζυγός της απανθρακωθηκε μαζί με την τετραμελή οικογένεια στης οποίας το αμάξι βρισκόταν. Αργότερα πέθανε κι εκείνη από επιπλοκές».

Η δίκη συνεχίζεται…

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την πηγή της είδησης.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ